Η ψυχιατρική διάγνωση είναι μια ύπουλη ταυτολογία, γιατί έχει τη δύναμη να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Ένας άνθρωπος που πονάει ψυχικά λέμε ότι έχει μια τάδε ψυχική διαταραχή, αν πληρεί κάποια κριτήρια που ολοένα ελαστικοποιούνται. Μα αντί ν’ ασχοληθούμε με τον πόνο του, αντιμετωπίζουμε τη διαταραχή του, τα συμπτώματά του δηλαδή. Κι έτσι παραδόξως, η διάγνωση από αρχή μιας συζήτησης, γίνεται το τέλος της για ν’ αναλάβουν τα ψυχοφάρμακα, η εξειδίκευση των οποίων είναι ένας ακόμη ψυχιατρικός μύθος. Όταν έλαβα τη διάγνωση, ήμουν 14-15 χρονών. Ήμουν ένας ακόμη έφηβος, που – ω του θαύματος! – δυσκολευόμουν οικογενειακά και διαπροσωπικά. Βίωνα σ’ ανυπόφορο βαθμό να μην ταιριάζω και να μην ακούγομαι. Οι δυσκολίες μου οδήγησαν στα συμπτώματά μου, από τα οποία αφαιρέθηκε το “μου” – το νόημα που θα μπορούσαν να έχουν σύμφωνα με τα βιώματά μου – και προστέθηκε μια ψυχική διαταραχή που μου παρουσιαζόταν να μην έχει σχέση με ό,τι μου συνέβαινε σαν τις σωματικές ασθένειες. Οπότε όχι μόνο οι πραγματικές μου δυσκολίες δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ παρά τις εβδομαδιαίες συνεδρίες επί μια δεκαετία, αλλά προστέθηκαν κι άλλες – βλέπε (αυτο)στίγμα, ψυχιατρική βία και παρενέργειες των φαρμάκων. Στην ψυχοεκπαίδευση, έμαθα ότι πρώτα πρέπει να περιμένω να περάσει η “υποτροπή”, και μετά να παίρνω σημαντικές αποφάσεις. Ωστόσο, η “υποτροπή” ερχόταν ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, για να πάρω κρίσιμες αποφάσεις. Όσο δεν τις έπαιρνα, τόσο παρέμενα ένας υπάκουος ψυχιατρικός ασθενής και τόσο η ανάρρωσή μου απομακρυνόταν.
Τι σχέση είχε η διάγνωση με την εμπειρία σου; Κατά πόσο την αντιπροσώπευε ή όχι;
Στο γραφείο του ψυχιάτρου, ένιωσα πρώτη φορά ότι υπήρχε ένα αυτί να μ’ ακούσει. Βέβαια, το αυτί αυτό ενδιαφερόταν κατεξοχήν για τα συμπτώματά μου και παρεμπιπτόντως για το ποιος είμαι, αλλά ακόμα κι έτσι ήταν ανακουφιστικό στην αρχή. Μου πρόσφεραν μια εξήγηση του τι δεν πάει καλά και την πήρα. Δεν μπορούσα τότε να προβλέψω τις συνέπειες. Δεν μπορούσα να ξέρω πως έτσι θ’ αποξενωθώ τόσο απ’ τον εαυτό μου και την εμπειρία μου, ώσπου στο τέλος θα υπάρχω μόνο μέσα απ’ τα συμπτώματά μου. Κι αυτή η συνθήκη ήταν διπλά προβληματική. Γιατί αφενός έπρεπε συνεχώς να διαχωρίζω πότε τα συναισθήματα και οι σκέψεις μου ήταν δικά μου και πότε υποτιθέμενα της “διαταραχής” λες κι ήμουν δύο διαφορετικοί άνθρωποι, εχθροί ο ένας απέναντι στον άλλον που έπρεπε να χωρίσουμε τα χωράφια μας. Κι αφετέρου για να συνεχίσω να υπάρχω έπρεπε να παράγω συμπτώματα, ώστε να επιβεβαιώνω την ταυτότητα της διπολικής διαταραχής – όχι συνειδητά φυσικά. Τελικά, οι συζητήσεις γύρω απ’ την υποτιθέμενη εγκεφαλική μου δυσλειτουργία με κατέστησαν ανίκανο, τονίζοντας τι πίστευαν οι ψυχίατροι ότι δεν μπορώ να κάνω και που υπολείπομαι.
Έχεις καταφέρει να διακόψεις τα ψυχιατρικά φάρμακα. Θα ήθελες να μας μιλήσεις για τις δυσκολίες που τυχόν συνάντησες στην πορεία προς τη διακοπή;
Για αρχή, να ξεκαθαρίσω ότι πρόκειται για την εμπειρία μου και ασχέτως αν υποστηρίζεται από ερευνητικά δεδομένα και εμπειρίες άλλων ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, δεν συνιστά επουδενί παρότρυνση διακοπής όπως κάποιες φορές δίνεται η λανθασμένη εντύπωση. Αντίθετα, παροτρύνω θερμά να ενημερώνεται υπεύθυνα και να επιλέγει ελεύθερα ο κάθε άνθρωπος ό,τι νομίζει καλύτερο για την περίπτωσή του – δικαιώματα δηλαδή που ήδη έχουμε από τη νομοθεσία. Ταυτόχρονα, αυτά συνιστούν και υποχρεώσεις των γιατρών, αλλά δεν θα πρότεινα να στηριχτούμε εκεί. Προσωπικά, η χρήση των φαρμάκων, αποδεδειγμένα μέσω εξετάσεων, μου έκανε κακό. Έχοντας πλέον μελετήσει τη δράση τους, γνωρίζω ότι ένα μεγάλο μέρος των συμπτωμάτων που είχα ήταν ιατρογενή. Δηλαδή ήταν δυσκολίες που δημιουργούσαν τα ίδια τα φάρμακα. Για παράδειγμα, ως ανήλικος άρχισα να έχω ‘αυτοκτονικό ιδεασμό’ όταν ξεκίνησα να παίρνω ένα αντικαταθλιπτικό, του οποίου η χρήση είχε απαγορευτεί σε ανήλικους στο Ηνωμένο Βασίλειο για ακριβώς αυτόν τον λόγο. Αργότερα, απαγορεύτηκε η χρήση του για νέους έως 25 ετών. Κανείς ψυχίατρος δεν με ενημέρωσε γι’ αυτές τις παρενέργειες – ούτε καν μετά που αποπειράθηκα να αυτοκτονήσω. Αντίθετα, μου χορήγησαν επιπλέον αντικαταθλιπτικά και ύστερα κι άλλα φάρμακα για να υποχωρήσουν οι αυτοκτονικές σκέψεις. Και φυσικά ούτε λόγος να συνδεθεί η αυτοκτονικότητα με την ανυπόφορη ζωή που βίωνα – ήταν απλά ένδειξη ότι χειροτέρευε η διαταραχή μου και ότι συνεπώς θα έπρεπε να παίρνω φάρμακα εφόρου ζωής.
Τι σε βοήθησε και τι όχι;
Η διακοπή ήρθε λοιπόν ως απάντηση στο ότι δεν δούλευαν τα φάρμακα για εμένα, αφού αντί να με κάνουν καλύτερα, μ’ έκαναν χειρότερα. Τώρα η βασικότερη δυσκολία ήταν η έλλειψη υποστήριξης τόσο απ’ τους επαγγελματίες υγείας όσο κι απ’ τους ομοτίμους που συναναστρεφόμουν. Τόσο οι ειδικοί όσο και οι συμπάσχοντες ήταν αρνητικοί, επομένως είχα κόντρα από παντού. Όλοι προέβλεπαν την “υποτροπή” μου και πως θα κάνω τα πράγματα χειρότερα. Κανείς δεν άκουγε πόσο άσχημα ήταν ήδη. Το θέμα είναι ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν επιλογές, όταν η φαρμακοθεραπεία (ή η οποιαδήποτε θεραπεία) δεν δουλεύει ή δημιουργεί περαιτέρω προβλήματα. Η διακοπή που γίνεται με ιατρική και κοινωνική υποστήριξη μπορεί να έχει πολύ καλά αποτελέσματα, όπως δείχνει η κλινική εμπειρία. Είναι και αντιδεοντολογικό και ηθικά απαράδεκτο να κατηγορούνται οι άνθρωποι που λαμβάνουν φάρμακα όταν αυτά δεν δουλεύουν, γιατί έχουμε φτάσει να γράφουμε σε επιστημονικά (;) άρθρα ότι “οι ασθενείς αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στη φαρμακευτική αγωγή”.
Πώς νοηματοδότησες την εμπειρία σου πέρα από τις ταμπέλες και κατασκευές της ψυχιατρικής;
Το 2014 είχα ήδη στην πλάτη έντεκα χρόνια ψυχιατρικής περίθαλψης και πήγαινα απ’ το κακό στο χειρότερο. Όλα εκείνα τα χρόνια ήμουν συνεργάσιμος ασθενής, αλλά είμαι κι ανήσυχο πνεύμα, οπότε όσο έβλεπα ότι δεν βρίσκω γιατρειά, έψαχνα τι άλλο υπάρχει να κάνω. Δεν ακολούθησα έναν άλλον δρόμο με ελαφρά καρδιά. Πρώτα, χρειάστηκε να χορτάσω κοροϊδία και επίρριψη ευθυνών (gaslighting) ότι δεν είναι τίποτα οι παρενέργειες των φαρμάκων, ότι φταίω εγώ που δεν δουλεύει η θεραπεία, ότι είμαι δύσκολη περίπτωση και τέτοια. Ευτυχώς, όταν έφτασα να εξαντλήσω το ψυχιατρικό “οπλοστάσιο”, όταν πια απηύδησα, είχα έρθει ήδη σε επαφή με την προσέγγιση του Παρατηρητηρίου για τα Δικαιώματα στον Χώρο της Ψυχικής Υγείας – προσέγγιση που λέει μεταξύ άλλων ότι υπάρχει ψυχικός πόνος αλλά όχι ψυχικές διαταραχές, ότι η εμπειρία μας έχει νόημα για εμάς που τη ζούμε κι ότι ακόμα και οι ψυχικές κρίσεις, όσο επώδυνες κι αν είναι, μπορούν να αποδειχτούν χρήσιμες για την εξέλιξή μας αν αφεθούμε να τις ζήσουμε με ασφάλεια και φροντίδα κι αν δουλέψουμε πάνω σε αυτές και στις πραγματικές ανάγκες μας. Διάβασα για ανθρώπους που κατάφεραν και χειραφετήθηκαν απ’ την ψυχιατρική, που “συμμάχησαν” με τις ψυχικές τους κρίσεις αντί να τις πολεμούν όπως υπαγορεύει η ψυχιατρική. Εμπνεύστηκα απ’ τις ιστορίες τους. Αντί να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο με την ψυχιατρική, είδα ότι γίνεται και αλλιώς. Μαθαίνοντας περισσότερα για το κίνημα των επιζώντων της ψυχιατρικής, συνειδητοποίησα ότι πλάι στα δικά μου που με βασάνιζαν, με αρρώσταινε εντελώς παραπανίσια και η βία και η κακοποίηση που υπέστη από ψυχιάτρους που απευθυνόμουν σ’ αυτούς για βοήθεια. Όσο σοκαριστικές κι αν ήταν αυτές οι επιγνώσεις, άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω τι μου γίνεται. Συντόνισα τότε μια ομάδα αυτοβοήθειας/αλληλοβοήθειας που αντί να μιλάμε για τις διαγνώσεις μας (όπως κάναμε σε παλιότερο εγχείρημα που είχα οργανώσει), προσπαθούσαμε να μιλάμε για τις ζωές μας με τη δική μας γλώσσα έξω και πέρα από τα ψυχιατρικά ιστορικά μας. Έτσι, ανέκτησα σταδιακά την ελπίδα που είχα χάσει και άρχισα να σχεδιάζω εκ νέου τη ζωή μου, ψηλώνοντας πόντο-πόντο το ταβάνι που μου είχε χαμηλώσει τόσο άδικα η ψυχιατρική μου εμπειρία.
Τι σε βοήθησε και βοηθάει ακόμα στην απελευθέρωση από το ψυχικό βάσανο αλλά και στην πορεία προς την χειραφέτηση;
Crash test υπήρξε η πρώτη “υποτροπή” μου μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Ενώ παλιότερα θα συμπεριφερόμουν σαν να μην έχει κανένα απολύτως νόημα και σαν να είναι εναντίον μου, ήμουν έτοιμος πια να συνδέσω την ψυχική μου κρίση με κάποιες δύσκολες καταστάσεις που έκανα σαν να μη συνέβαιναν. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι χρειάστηκε να κάνω κάποιες δύσκολες συζητήσεις και να πάρω κάποιες δύσκολες αποφάσεις. Πράττοντας έτσι κατάφερα να νοηματοδοτήσω την κρίση μου και ως διά μαγείας, αυτή όχι μόνο υποχώρησε, αλλά και συνέχισα τη ζωή μου ενδυναμωμένος. Πλέον πιστεύω ακράδαντα ότι παρουσιάζουμε ψυχικές κρίσεις εκεί που μιλάει το σώμα μας, όταν δεν τολμάει το στόμα μας. Και προσωπικά νιώθω πλέον ευγνώμων για τις κρίσεις μου, αν και αναγνωρίζω το υψηλό τίμημά τους.
Κάτι άλλο που μ’ έχει βοηθήσει να συνομιλώ δημιουργικά με το ψυχικό βάσανο είναι η εμπλοκή μου με συλλογικότητες – πέρα από το Παρατηρητήριο, όπου και συνοδεύω συλλογικά ανθρώπους στις κρίσεις τους, ο Σύλλογος Δρομέων Υγείας Θεσσαλονίκης. Το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων με βοήθησε ουσιαστικά να πατήσω στα πόδια μου. Γιατί το στοίχημα της διακοπής των φαρμάκων ήταν μια δοκιμασία που ουσιαστικά άλλοι μου επέβαλλαν. Ο τερματισμός στον μαραθώνιο ήταν μια δοκιμασία που διάλεξα εγώ αυτήν τη φορά κι αν στην αρχή, όντας κλινικά παχύσαρκος, έμοιαζε με ουτοπία, αυτό ήταν που μου έδωσε το φιλί της ζωής – μια θετική ταυτότητα ικανή ν’ αντισταθμίσει την έως τότε αρνητική βίωση. Το τρέξιμο έγινε με τα χρόνια τρόπος ζωής. Με βοήθησε να δημιουργήσω μία ρουτίνα ώστε να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις των στόχων μου, να γίνω μέλος της κοινότητας των δρομέων και ν’ αλλάξω τον τρόπο που έβλεπα τα πράγματα. Το τρέξιμο έχει κάτι πολύ απλό αλλά ουσιώδες. Έμαθα να λέω ‘ένα βήμα ακόμα΄ κι έτσι να κάνω σχέδια ζωής και να τα εκπληρώνω. Η ζωή, όμως, δεν είναι μόνο βάσανο και δοκιμασίες, αλλά και χαρά, απόλαυση, ικανοποίηση. Και το τρέξιμο – για την ακρίβεια οι σχέσεις που απέκτησα χάρη σ’ αυτό – μου τα πρόσφερε και συνεχίζει να μου τα προσφέρει αυτά και με το παραπάνω. Αυτός βέβαια είναι ο δικός μου δρόμος κι όχι κάποια συνταγή επιτυχίας.
Πολλοί άνθρωποι είναι παγιδευμένοι σε έναν φαύλο κύκλο μακροχρόνιας χρήσης ψυχοφαρμάκων και επαναλαμβανόμενων νοσηλειών ακούσιων ή μη. Συχνά αναζητούν με αγωνία πρακτικές συμβουλές και ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις. Θα είχες να προτείνεις κάτι;
Αν και μιλώντας για “εναλλακτικές” μ’ έναν τρόπο τις υποτιμούμε και τις υπονομεύουμε, θα πρότεινα οι άνθρωποι να δουν ποιες είναι οι ανάγκες τους κι εάν ικανοποιούνται, εάν είναι πλαισιωμένοι κοινωνικά, εάν έχουν σχέσεις που τους βοηθάνε ή τους κάνουν ζημιά, εάν η ζωή τους έχει νόημα και σκοπό. Όταν τα συμπτώματα επιμένουν, όταν οι κρίσεις δεν υποχωρούν, αυτό είναι ένα καμπανάκι ότι κάτι δεν πάει καλά. Όχι στον εγκέφαλό μας, αλλά στις συναναστροφές μας. Όπως ξεσκαρτάρουμε τη ντουλάπα μας, χρειάζεται να ξεσκαρτάρουμε και να επανατοποθετούμαστε και στον περίγυρό μας. Αυτό που παραβλέπει η κυρίαρχη ψυχιατρική είναι το τι κουβαλάει ένας άνθρωπος, η ιστορία του, οι ανάγκες, τα όνειρα και οι προτιμήσεις του και πώς όλα αυτά ανατροφοδοτούνται με το περιβάλλον και εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου. Το θέμα δεν είναι η αποδοχή μιας υποτιθέμενα ανίατης/εκφυλιστικής βλάβης, αλλά η ενδυνάμωση και ο έλεγχος επί των υποθέσεών μας. Και τότε το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: “Πώς μπορώ να κάνω τη ζωή μου αξιοβίωτη;”. Ουσιαστικά, το “εναλλακτικό” είναι να σκεφτούμε τη ζωή μας με όρους ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, υπαρξιακά, σχεσιακά υποκείμενα.
Έχεις μία αρκετά μεγάλη εμπειρία ως συντονιστής ομάδων αυτοβοήθειας. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για μία ομάδα να είναι αυτοσυντονιζόμενη, δηλαδή να συντονίζεται από τα ίδια τα μέλη και όχι από επαγγελματίες;
Οι ομάδες αυτοβοήθειας/αλληλοβοήθειας (ΟΑΑ) είναι ένα εγχείρημα ιστορικά θεμελιωμένο στην αυτοοργάνωση, στην ισοτιμία και στην αλληλεγγύη. Είτε μιλάμε για αυτοσυντονισμό από ανθρώπους με ψυχιατρική εμπειρία είτε για ετεροσυντονισμό από κριτικά σκεπτόμενους επαγγελματίες, χρειάζεται να αφιερώσουμε χρόνο να εκπαιδευτούμε μέσα από τη συστηματική συμμετοχή μας. Και ουσιαστικά το πρόβλημα της συμμετοχής στις ΟΑΑ είναι το κατά πόσο οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να δεσμευτούν χρονικά ή και κατά πόσο αντέχουν να αφιερώσουν χρόνο έξω από την πεπατημένη, ώστε να υπάρξει η απαραίτητη εξοικείωση με τον βιωματικό λόγο και η ζύμωση μεταξύ των μελών πάνω στις αρχές της αυτοβοήθειας/αλληλοβοήθειας. Οι ΟΑΑ αποδομούν τις σχέσεις εξουσίας, δηλαδή τα δίπολα γιατρός-ασθενής, φροντιστής-φροντιζόμενος, βοηθός-βοηθούμενος, συνήθως για ανθρώπους που έχουν ήδη μάθει σε αυτές τις σχέσεις. Οπότε και η δυσκολία είναι οι άνθρωποι να ξεμάθουν αυτό το μοντέλο, και να μάθουν ότι ακόμα κι αν σε κάποιες φάσεις τις ζωής μας είμαστε φροντιζόμενοι δεν χάνουμε τις φροντιστικές μας ικανότητες. Κι από την άλλη, ακόμα κι αν εκπαιδευτούμε στη φροντίδα του ψυχικού πόνου δεν σημαίνει ότι αποκτούμε ανοσία και ότι δεν θα βρεθούμε ποτέ κι εμείς σ’ ανάγκη φροντίδας. Το επίδικο των ΟΑΑ είναι πως ειδικοί για τις ζωές μας είμαστε εμείς οι ίδιοι και κανείς άλλος. Με μία φράση, η ουσία των ομάδων αυτών είναι ότι ‘βοηθώντας βοηθιόμαστε’, κάτι διόλου εύκολο αφού συχνά οι άνθρωποι πηγαίνουν στις ΟΑΑ ρωτώντας ‘Τι να κάνω;’. Σαν δηλαδή να ψάχνουν έναν ειδικό να τους καθοδηγήσει στη ζωή, υποκατάστατο του ψυχιάτρου. Ειδικά ο αυτοσυντονισμός για ανθρώπους που έχουν στερηθεί τη δικαιοπρακτική τους ικανότητα και που έχουν συνηθίσει η φωνή τους να μη μετράει είναι ένας άθλος, που αν τον καταφέρουν είναι μια στιγμή-ορόσημο στο να κερδίσουν πίσω τη ζωή τους. Εντέλει, θα έλεγα πως αν καταφέρουμε να μιλήσουμε βιωματικά κι ειλικρινά, ο διαχωρισμός μεταξύ αυτοσυντονισμού και ετεροσυντονισμού λειτουργεί αποπροσανατολιστικά. Γιατί παρά τις αναντίρρητες ανισότητες, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε.
Ποιοι παράγοντες μπορεί να βοηθήσουν την εύρυθμη λειτουργία των ομάδων αυτοβοήθειας;
Για να φτάσουμε να μιλάμε για εύρυθμη λειτουργία των ΟΑΑ, προηγείται πιστεύω να δημιουργηθούν πρώτα. Γιατί σε μια ιστορική φάση ευρύτερης αποσυλλογικοποίησης, είναι επίτευγμα που καταφέρνουν και λειτουργούν μια χούφτα ανά την Ελλάδα. Εύκολα θα έλεγε κανείς ότι μάλλον δεν πείθουν ως καλή πρακτική. Αλλά αυτό είναι μια πλάνη. Δεν είναι ότι δεν υπάρχει “τεχνογνωσία”, υπάρχει. Μπορεί και να φταίει που είναι δωρεάν, μιας και έχουμε μάθει πως ό,τι πληρώνεις, παίρνεις. Μπορεί και να φταίει που συχνά πυκνά μας έχουν πείσει να περιμένουμε μαγικές και έξωθεν λύσεις. Κατά κανόνα, οι ΟΑΑ είτε αγνοούνται είτε υποτιμούνται είτε εκλαμβάνονται ανταγωνιστικά από τους επαγγελματίες. Βέβαια, σ’ ένα περιβάλλον ακραίας κατάχρησης της ακούσιας νοσηλείας, υπερεμπλοκής της οικογένειας, ευρείας νομιμοποίησης της κυρίαρχης βιολογίζουσας ψυχιατρικής και διευρυμένων παραβιάσεων των δικαιωμάτων των άμεσα ενδιαφερόμενων, δεν αποτελεί έκπληξη η επιφυλακτικότητα συμμετοχής. Κάτι που βοηθάει είναι οι ΟΑΑ να συνδεθούν με ευρύτερα ζητήματα πέρα από το προσωπικό βίωμα. Για παράδειγμα, μέλη των ΟΑΑ του Παρατηρητηρίου που συνδέθηκαν με τη συνέλευση και τις δράσεις της νοηματοδότησαν διαφορετικά τη συμμετοχή τους και ενδυναμώθηκαν να δεσμευτούν περισσότερο στην ομάδα. Βέβαια, το πρόβλημα παραμένει κατά πόσο οι ΟΑΑ καταλήγουν ένα απονευρωμένο συμπλήρωμα του ψυχιατρικού λόγου και κατά πόσο μπορούν να λειτουργήσουν αφυπνιστικά και χειραφετητικά. Γι’ αυτό και οι συχνοί αναστοχασμοί μεταξύ των μελών επί της διαδικασίας (πάνω σε ποια βάση μιλάμε δηλαδή) κρατάνε ζωντανή την ομάδα, καλλιεργούν ένα αίσθημα συνευθύνης και φέρνουν στο προσκήνιο την κάλυψη των αναγκών τους.
Σε συνέντευξή σου στο περιοδικό misfit έχεις πει ότι ‘τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία στον ρόλο του/της επαγγελματία μπορούν να αποτελέσουν φάρους ελπίδας και αισιοδοξίας’. Πώς σε έχει βοηθήσει στη δουλειά σου ως ψυχοθεραπευτή η εμπειρία σου ως επιζών της ψυχιατρικής;
Όταν οι άνθρωποι με ρωτάνε εάν αυτό που έχουν ‘περνάει’, μπορώ να πω με πλήρη βεβαιότητα ότι ‘ναι, περνάει’ όχι όμως με την έννοια ότι θα επιστρέψουν εκεί που ήταν, αλλά ότι θα προχωρήσουν σε μια επόμενη “πίστα”. Η εμπειρία μου μού έμαθε ότι το σύμπτωμα δεν είναι εχθρός. Είναι συχνά η πιο ευφυής λύση σε μια αδύνατη συνθήκη. Έρχεται να μας προστατεύσει από τα χειρότερα. Τώρα ως επιζών της ψυχιατρικής, γνωρίζω από πρώτο χέρι πως είναι να διαστρεβλώνουν αυτά που λες. Να μιλάς χωρίς να σε ακούνε κι η ιστορία σου να μεταφράζεται σε διαταραχή, σ’ έλλειμμα, σ’ ανικανότητα. Ξέρω πολύ καλά πως είναι να βγαίνεις απ’ το θεραπευτικό δωμάτιο ηττημένος, οπότε και βασικό μου μέλημα είναι οι άνθρωποι να φεύγουν με ψηλά το κεφάλι και πάνω σε στερεότερες βάσεις απ’ όταν ήρθαν. Η ψυχιατρική εμπειρία μ’ έχει βοηθήσει να είμαι προσεχτικός και επιφυλακτικός απέναντι στην εξουσία μου. Με κάνει να ρωτάω περισσότερο και να αποφαίνομαι λιγότερο. Με κάνει να θέλω να είμαι εκεί στην αμφιθυμία, στην αβεβαιότητα, στα μπρος-πίσω χωρίς να βιάζομαι να ερμηνεύσω και να κλείσω το νόημα για να νιώσω εγώ βολικά. Στέκομαι με θαυμασμό και δέος μπροστά στις αντοχές των ανθρώπων και στις αγωνιώδεις προσπάθειές τους, δεν προσπαθώ να τους διορθώσω. Απέναντι σε μια κοινωνία που ζητάει συνεχώς να επιταχύνουμε, χρειάζεται σεβασμός στον ρυθμό και στη διαδικασία του καθενός. Πάντα “με” και ποτέ “για” τον άλλον. Συγκατασκευάζω λύσεις και προσωρινά τελικές θέσεις, δεν τις γνωρίζω από πριν. Στον τρόπο που δουλεύω, η συναίνεση δεν είναι τυπική αναφορά αλλά στάση και προϋπόθεση. Όταν οι άνθρωποι με ρωτάνε “τι έχω;” ή έρχονται ήδη με διαγνώσεις, προσπαθώ να αναμοχλεύω τις δικές τους εξηγήσεις και τους συνοδεύω να συνδέουν τις ψυχικές τους καταστάσεις με τις εμπειρίες τους και να μεταπλάθουν τα βάσανά τους σε βάλσαμα. Γιατί δεν είναι διαταραχή να νιώθουμε χάλια, όταν δεν είμαστε εκεί που θέλουμε στη ζωή μας. Και όταν καταλάβουμε πως είναι εύλογο να νιώθουμε όπως νιώθουμε, να είμαστε όπως είμαστε, τότε μπορούμε να προχωρήσουμε στο πώς πάμε παρακάτω. Που παρακάτω; Έχω τις προτάσεις μου κατά περίπτωση, αλλά κυρίως αφήνομαι κάθε φορά να με εκπλήξουν.
Συχνά στην Ελλάδα ακούμε οι ψυχίατροι να αποτρέπουν ανθρώπους με ψυχιατρικές διαγνώσεις όπως π.χ. σχιζοφρένεια να απευθυνθούν στην ψυχοθεραπεία, ενώ ταυτόχρονα και οι ίδιες οι θεραπεύτριες και οι θεραπευτές συχνά δυσπιστούν απέναντι στη δυνατότητά τους να βοηθήσουν αυτούς τους ανθρώπους. Πώς μπορεί η ψυχοθεραπεία να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους;
Όταν επανοικειοποιηθούμε την τρέλα κοινωνικά και πάψουμε να τη χαρίζουμε στο ψυχιατρικό κατεστημένο, τότε θα μπορέσουμε να δούμε ότι αυτές είναι ανθρώπινες εμπειρίες και τίποτα περισσότερο. Όλοι μας περνάμε από εκεί σ’ έναν βαθμό. Είναι διαφορά ποσότητας κι όχι ποιότητας. Και διαφορά ανισοτήτων, τραυμάτων κι αποκλεισμών φυσικά που έχουμε υποστεί. Πρόκειται για επώδυνες αλλά και απελευθερωτικές εμπειρίες στα όρια της ύπαρξης, ασυνήθιστες προσαρμοστικές απαντήσεις από τις οποίες μας χωρίζει μόνο μία λεπτή κλωστή, μία στιγμή. Οποιαδήποτε στιγμή της ζωής μας θα μπορούσαμε να φτάσουμε στα άκρα του φάσματος και να βρεθούμε εντελώς αποδιοργανωμένοι, απελπισμένοι, ανήμποροι, “εκτός εαυτού”. Επομένως, έχει να κάνει με το πόσο συμπεριληπτικοί εκπαιδευόμαστε να είμαστε ως άνθρωποι και ως επαγγελματίες. Οι περισσότερες ψυχοθεραπευτικές εκπαιδεύσεις είναι ανεπαρκείς ως προς αυτά τα ζητήματα, πολλές δεν τα αγγίζουν καν. Η βιολογίζουσα ψυχιατρική ζητά να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Κι έλα μωρέ ποιος ασχολείται τώρα; Και ποιος θα πάρει την ευθύνη; Κι εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα; Ας μην ανοίξουμε την κουβέντα για τα επαγγελματικά δικαιώματα καλύτερα και για τον απομονωμένο τρόπο δουλειάς που έχει καθιερωθεί στον ψυχικό πόνο. Έχουμε ακόμα να διανύσουμε πολύ δρόμο μέχρι να απαλλαγούμε απ’ το στίγμα. Έχω ακούσει σε εκπαιδευτικό: “δηλαδή πώς τους συνοδεύετε στα σπίτια τους; δεν βρωμάνε;”. Όλα αυτά έχουν να κάνουν με τη λογική ‘εμείς και οι άλλοι’. Υπάρχει η πρόβλεψη ότι οι άνθρωποι με “σοβαρή ψυχική νόσο” θα γίνουν χειρότερα εάν κάνουν ψυχοθεραπεία. Θα αναστατωθούν, θα συγχυστούν, θα διεγερθούν, θα μπουν βαθύτερα στο παραλήρημά τους. Το πρώτο – για να μην πούμε το μόνο – που προέχει είναι να συμμορφωθούν στην αγωγή τους. Κι όμως. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να φωτίσει το τούνελ τους, να βοηθήσει να δυναμώσει η φωνή τους, ν’ αναλάβουν την ευθύνη τους και να επανασυνδεθούν με τον εαυτό τους και τους άλλους μέσα σ’ ένα αγαπητικό πλαίσιο. Αυτά που μπορεί να κάνει για όλους μας δηλαδή, αν και προφανώς οι ανάγκες υποστήριξης είναι αυξημένες σε περίοδο κρίσης.
Τι αλλαγές θα ήταν απαραίτητες, κατά τη γνώμη σου, για την καλύτερη λειτουργία των ψυχιατρικών νοσοκομείων αλλά και των διαφόρων δομών ψυχικής υγείας (ΚΨΥ, κέντρα ημέρας, στεγαστικές δομές) στην Ελλάδα;
Εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν ανά τον κόσμο και στην Ελλάδα, έχουν μελετηθεί κι έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές, ακόμα και πιο αποτελεσματικές απ’ την κυρίαρχη ψυχιατρική προσέγγιση. Ωστόσο, δεν χρηματοδοτούνται και δεν προωθούνται, γιατί προσκρούουν στον τοίχο του νεοφιλελευθερισμού του λιγότερου κοινωνικού κράτους και της περισσότερης ατομικής ευθύνης, στα συμφέροντα των big-pharma και φυσικά στην αποκλειστικότητα που διεκδικεί η ψυχιατρική στην προσέγγιση του ψυχικού πόνου. Τώρα με τη Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, που έχει επικυρώσει και η χώρα μας, απαγορεύεται πλέον διά νόμου η ακούσια νοσηλεία και τα κράτη υποχρεούνται να εφαρμόσουν εναλλακτικές πρακτικές. Προς το παρόν, αυτά βέβαια παραμένουν σε μεγάλο βαθμό υποσχέσεις κι αν δεν υπάρξουν συλλογικές διεκδικήσεις από τα κάτω δεν πρόκειται να γίνουν πράξη – πράξη που προϋποθέτει να επαναπροσδιορίσουμε κοινωνικά την ψυχοκοινωνική φροντίδα. Δεν είναι θέμα δηλαδή απλά να τομεοποιήσουμε, να στελεχώσουμε και να διασυνδέσουμε, το ζητούμενο είναι η αλλαγή παραδείγματος στο πεδίο της ψυχικής υγείας. Αν δεν γίνει κατανοητό ότι το παράθυρο της ακούσιας νοσηλείας, καθιστά κάθε θεραπεία εν δυνάμει ακούσια, αν αυτό δεν συνιστά σκάνδαλο, τότε για ποια ψυχοκοινωνική περίθαλψη να μιλήσουμε; Κι αλλαγή παραδείγματος δεν σημαίνει μόνο αποκήρυξη της βίας των εγκλεισμών και των καθηλώσεων, αλλά και ενσωμάτωση της οπτικής των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία μέσα από την πρόσληψή τους στο πλαίσιο τόσο διεπιστημονικών ομάδων παρέμβασης όσο και στο εκπαιδευτικό επίπεδο.
Θα ήθελες να μας μιλήσεις για την συνοδεία στην κρίση; Πώς διαφέρει από την πρώιμη παρέμβαση στην ψύχωση και πώς χρησιμοποιείται/ασκείται στην πράξη από το Παρατηρητήριο;
Εξαρχής και σ’ όλη τη διάρκεια του εγχειρήματος υπάρχει συναίνεση. Δεν περιμένουμε να έρθουν οι άνθρωποι σ’ εμάς, αλλά πάμε εμείς σ’ αυτούς εφόσον το αιτηθούν. Συναποφασίζουμε τις ανάγκες και προσφέρουμε πλαισίωση ώς κι επί 24ωρης βάσης. Δεν τους ξεριζώνουμε απ’ τα οικεία τους περιβάλλοντα εντείνοντας την ανασφάλεια που ήδη μπορεί να νιώθουν, αν και βέβαια, κάποιες φορές είναι βοηθητικός ο αποχωρισμός απ’ το οικείο περιβάλλον, όταν αυτό είναι μη ασφαλές. Δεν παρέχουμε ψυχοεκπαίδευση με κριτήρια λειτουργικότητας κι επικινδυνότητας, ούτε υπαγορεύουμε στους ανθρώπους πώς να ζήσουν, αλλά ρωτάμε “Πώς φτάσαμε ως εδώ;” και κυρίως “Πώς προχωράμε μαζί από εδώ και πέρα;”. Αντί της ιατρικοποίησης και της καταστολής, προσπαθούμε να διαφυλάξουμε τις σχέσεις και να επιτρέψουμε στην κρίση να εκφραστεί χωρίς να ακυρωθεί, δίνοντας χώρο, χρόνο κι ανθρώπινη παρουσία. Κι αυτά έχουμε γίνει μάρτυρες ξανά και ξανά ν’ αρκούν.