(Μετάλογος, Τεύχος 48)
1. Η
ψυχιατρική ιστορία βρίθει από ορόσημα που παρουσιάζονται ως πολλά υποσχόμενες
επιστημονικές ανακαλύψεις, αλλά στην πράξη δεν είναι παρά προγραμματικές
δηλώσεις ενός κοινωνικού οράματος καθεστηκυίας τάξης, πειθαρχίας και
κανονικότητας. Οι δηκτικές παρατηρήσεις του Emil Kraepilin, του πρωτεργάτη της
ταξινόμησης των ψυχώσεων, για έναν ασθενή του παραμένουν κοινός τόπος για την
κυρίαρχη ψυχιατρική ματιά έως και σήμερα: «Αν και αναμφισβήτητα καταλάβαινε
όλες τις ερωτήσεις, δεν μας έδωσε ούτε κόκκο χρήσιμης πληροφορίας. Η ομιλία του
ήταν απλώς μια σειρά από ασυνάρτητες προτάσεις, που δεν είχαν καμία σχέση με τη
γενική κατάσταση» (1905: 79-80, στο Laing, 1975: 36-37). Και όμως,
στις ίδιες ακριβώς παρατηρήσεις που ο Kraepilin απελπίζεται και βλέπει
ακατάληπτα σημεία μιας νόσου, ο Ronald Laing διακρίνει τα
αποτελέσματα μιας καταπιεστικής σχέσης γιατρού και ασθενούς και επισημαίνει πως
«το να βλέπει κανείς “σημεία μιας νόσου” δεν σημαίνει ότι βλέπει ουδέτερα. Δεν
είναι ουδέτερο το να βλέπει κανείς το χαμόγελο σαν συστολή του στοματικού σφιγκτήρα»
(Laing, 1975: 38).
Γιατί να μαχόμαστε για το τι πράγμα είναι η ψύχωση; Τι
διαφορά έχει αν είναι ένα πάθημα που έχει πίσω του μια βιωμένη ιστορία ή μια
πάθηση που χρήζει ιατροκεντρικού ιστορικού; Ποιος αποφασίζει; Και τι να κάνουμε
άπαξ και συνεπάρει τις ζωές των ανθρώπων; Αρκεί να είμαστε εκεί ως
συνοδοιπόροι, αντέχοντας τους υπαρξιακούς κραδασμούς ανθρώπινων συστημάτων και
διευκολύνοντας την παρεμποδισμένη επικοινωνία σαν να πρόκειται για μια
κραυγαλέα πλην αξιοσέβαστη εκδήλωση ενός «ώς εδώ που λέει το σώμα όταν δεν τολμάει
το στόμα» ή οφείλουμε να σπεύσουμε να εφαρμόσουμε «έγκυρα» πρωτόκολλα με μια
βιοπολιτική βιασύνη να εξατομικεύσουμε τη βλάβη, να διορθώσουμε τη
λειτουργικότητα, να ελέγξουμε τα συμπτώματα ανεξάρτητα από το πλαίσιο εμφάνισής
τους; Μπορύμε να κάνουμε αποτελεσματικά το πρώτο χωρίς να επανοικειοποιηθούμε
την τρέλα που μας έχουν κλέψει ως κομμάτι της ανθρωπινότητάς μας (Cooper,
1978); Και
μπορούμε να διαφύγουμε της βίας του δεύτερου αν δεν απαρνηθούμε την εξουσία να
ορίσουμε μια κατάσταση εκτός του χρόνου και του τόπου της (Εμμανουηλίδου,
2025);
Με αυτά τα ερωτήματα καταπιάνομαι σε αυτό το άρθρο,
επιχειρώντας να αποτυπώσω το βαθύ ρήγμα ανάμεσα σε δύο ριζικά διαφορετικά ηθικά
και θεραπευτικά παραδείγματα: αυτό της συνοδείας συστημικής έμπνευσης και
εκείνο της ψυχιατρικής πρώιμης παρέμβασης. Στην καρδιά της συνοδείας, βρίσκεται
η επιλογή να «είμαστε εκεί» με επιτρεπτικότητα, αποδεκτικότητα και συστημική
ακρόαση. Στον αντίποδα, η πρώιμη παρέμβαση ωριμάζει στο λίκνο μιας βιοϊατρικής
και τεχνοκρατικής ψυχιατρικής, με πυρήνα τη διαχείριση της ψύχωσης ως «πρώτο επεισόδιο»
προς γρήγορη αποκατάσταση και φαρμακευτική καταστολή της εμπειρίας με πρόσχημα
την πρόληψη.
2. Ο Gregor Samsa (Kafka,
2012), ένας περιοδεύων πωλητής που στηρίζει οικονομικά την οικογένειά του, μετά
από δέκα χρόνια συνεχούς επανάληψης της ίδιας καθημερινής ρουτίνας, ξυπνά ένα
πρωί και διαπιστώνει ότι έχει μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο και αποκρουστικό
παρασιτικό ζωύφιο. Παρά την απρόσμενη εξέλιξη, τη μάλλον τρομαχτική θα
σκεφτόταν κανείς, αρχικά ανησυχεί περισσότερο για το ότι θα αργήσει στη
δουλειά. Ένας υπάλληλος πρότυπο, που πασχίζοντας να αποπληρώσει τα χρέη του
χρεοκοπημένου πατέρα του, δεν έχει χάσει μέρα εργασίας, που αντέχει αγόγγυστα
ταπεινώσεις και κακομεταχειρίσεις από κάθε πλευρά, που δεν διαμαρτύρεται ποτέ.
Ή αντίστοιχα αντι-πρότυπο για τους ίδιους λόγους και που δεν κρατά σχεδόν
τίποτα για τον εαυτό του πέρα από τις ενοχές του, που δεν έχει φίλους και
προσωπική ζωή, που δεν έχει όνειρα, που σχεδόν δεν έχει προσωπικά αντικείμενα.
Μακριά
από επαναστατικά μανιφέστα και μεγαλόσχημες δηλώσεις, ο Franz Kafka, με τη Μεταμόρφωση του ήρωά του,
δίνει αλληγορικά σάρκα και οστά στην ίδια την αλλοτρίωση, εμπραγματώνοντας
κυριολεκτικά τα συμβολικά, τα υποτιθέμενα μη πραγματικά περιεχόμενα της ψύχωσης
που συστηματικά παράγουν ή για να το πούμε προκλητικά που θα έπρεπε να παράγουν
οι ζωές μας. Ο Samsa,
από τη σκοπιά των απ' έξω, ήταν καλά προσαρμοσμένος και ανθεκτικός μέχρι η βία
της κανονικότητας να γεννήσει τέρατα. Εξού και η μεταμόρφωσή του δεν είναι ένα
αποτρόπαιο κακό από το πουθενά, όσο και αν το αντιλαμβάνονται οι άλλοι ως
τέτοιο. Είναι ωμή υπαρξιακή ακρίβεια. Ο Kafka μάς υποβάλλει να δούμε ως φρίκη αυτό που
ανεχόμασταν ως φυσιολογικό.
Καλός
υπάλληλος, καλός καιρός, καλό σαλόνι, καλή επιστήμη, η καλή πλευρά μας, καλό
παιδί, καλή κόρη, καλή νοικοκυρά, καλός οικογενειάρχης, καλή φίλη, καλός
άνθρωπος, καλή μαθήτρια, καλός σύντροφος, καλός πολίτης, καλός ασθενής, καλή
θεραπεύτρια κοκ. Κοινωνικοί ρόλοι, σε ένα πλαίσιο υπεραναθέσεων και
υπεραναπληρώσεων, επενδυμένοι με τόσες ρητές και ιδίως άρρητες προσδοκίες και
βάρη αλλά χωρίς ολοένα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας (Beck & Ziegler-Erdmann, 2000· Beck, 2015) στο έλεος ενός κοινωνικού
δαρβινισμού «όπου όποιος αρνείται να προσαρμοστεί, δυστυχώς πεθαίνει»[1].
Σε κοινωνίες που περνάμε απανωτά τη μια παγκοσμιοτοπική κρίση πριν προλάβουμε
να συνέλθουμε από την προηγούμενη, επιμένουμε να εξατομικεύουμε τα συλλογικά
τραύματα με βάση τα συμπτωματολογικά τους αποτελέσματα, ξεχνώνας ή/ και
αδιαφορώντας πως πρόκειται για αποτελέσματα. Παρά τα όσα δυστοπικά συμβαίνουν
γύρω μας, συνεχίζουμε να προσεγγίζουμε την ψυχική μας υγεία με όρους
εγκεφαλικών δυσλειτουργιών με την παραδοχή πως οι όποιες συνθήκες – όσο
αντίξοες και να είναι – το περισσότερο που μπορούν είναι να πυροδοτήσουν μια
προϋπάρχουσα αδυναμία (Ferguson,
2022). Έτσι, απέναντι στους αυτοδημιούργητους που φύτρωσαν επιτυχημένοι χάρη
στις ακλόνητες προσπάθειές τους, προκρίνεται η κατηγορία όσων γεννήθηκαν ψυχικά
ευάλωτοι προς ενοχοποίηση όσων μαρτυρούν ενσώματα τις στρεβλώσεις του
σχετίζεσθαι που κανονικοποιούμε καθημερινά. Τη μόνιμη πλέον και διαρκή κρίση
έρχεται να εξαργυρώσει η νεοφιλελεύθερη διόγκωση και ελαστικοποίηση των
διαγνωστικών κριτηρίων (βλέπε π.χ. ήπια και προσυμπτωματική ψύχωση) στον βαθμό
που ο αυξανόμενος επιπολασμός των φερόμενων ως ψυχικών διαταραχών καθιστά την
υγεία ως απόκλιση πλάι στον κανόνα των διεγνωσμένων ή δυνάμει διεγνωσμένων (Allen, 2014).
Ο μόνος τρόπος να
απελευθερωθούμε από την τιθασευμένη αποξένωσή μας, έρχεται να μας πει ο Kafka, είναι να αποκαλυφθούμε και
να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Έτσι, μόνο μπορούμε να μεταμορφωθούμε
σχεσιακά σε κάτι πραγματικά ελκυστικό ως προς τις ανάγκες μας. Και εδώ
προκύπτει το ερώτημα. Μεταμόρφωση είναι το παρασιτικό ζωύφιο (βλέπε σύμπτωμα
και ενόχληση που επιφέρει) ή η προϋπάρχουσα αλλοτρίωση (βλέπε επικοινωνιακά μοτίβα
που φαινομενικά φροντίζουν και προστατεύουν αλλά καταλήγουν σε μια ασφυκτική
κανονικότητα); Σε τι καλούμαστε, όταν καλούμαστε, να βοηθήσουμε; Ας μη
γελιόμαστε: αυτό δεν είναι ένα ιατρικό ή ένα ψυχοθεραπευτικό ερώτημα αλλά ένα
βαθύτατα πολιτικό και υπαρξιακό.
Ο γερμανικός όρος (ungeziefer), που χρησιμοποίησε συνειδητά
ο Kafka, φέρει μια
απροσδιοριστία που δεν έγινε ανεκτή, όπως δεν γίνεται ανεκτό το μεταβατικό, το
ασχημάτιστο στις ψυχωσικές διαδικασίες. Το παρασιτικό ζωύφιο διαγνώστηκε
μεταφραστική και εκδοτική αδεία σε κατσαρίδα και ο αποδιοργανωμένος λόγος όταν
δεν εκφωνείται από ακαταδίωκτους αρχηγούς κρατών για παράδειγμα βαφτίζεται σχιζοφρένεια.
Το 2002 η
διακεκριμένη Αμερικανίδα ψυχίατρος Nancy Andreasen ισχυριζόταν πως «η
σχιζοφρένεια είναι ίσως η πιο εφιαλτική και καταραμένη από όλες τις ψυχικές
διαταραχές» (Rufer, 2012: 315). Παλιότερα, το 1937 ο ομοεθνής της ψυχίατρος Benjamin
Karpman απερίφραστα δήλωνε πως «τα προβλήματα της ψυχιατρικής δεν θα λυθούν
μέχρι να λύσουμε το πρόβλημα της ομοφυλοφιλίας»[2] (Rosario, 2012: 41). Από
ποια επιστημονικά δεδομένα προκύπτουν τέτοιες δηλώσεις και τι αντίκτυπο έχουν
σε όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα με το σύστημα ψυχικής υγείας;
[1]
Δήλωση του τότε αναπληρωτή υπουργού
Εσωτερικών Στέλιου Πέτσα (Κουτσελάκη, 2022) για την ενεργειακή κρίση.
[2]Σύμφωνα με το λακωνικό δελτίο τύπου της
Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (2024) στο πλαίσιο της συζήτησης για τον γάμο
των ομόφυλων ζευγαριών, «η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί ψυχική νόσο». Καμία
ανάληψη δημόσιας ευθύνης για την παρελθούσα παθολογικοποίηση, καμία διάθεση
αυτοκριτικής ως προς τη χρήση διαγνωστικών εργαλείων για κοινωνικό έλεγχο,
καμία παραδοχή συνενοχής στον στιγματισμό και τη βία απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ+
άτομα. Η ανιστορική ανακοίνωση της ΕΨΕ κινείται προς τη λήθη σαν να μην υπήρξε
ποτέ εκείνη η καταπίεση, σαν να μην υπάρχει ακόμα, σαν να μην έχουν υποφέρει
τόσοι και τόσοι άνθρωποι, σαν να μη συνεχίζουν να υποφέρουν.
3. Πρώτα απ' όλα, ας
ακούσουμε τις λέξεις σύμφωνα και με την προειδοποίηση του Thomas Szasz (2006) ότι «ο πόλεμος για τον
έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος ορισμών». Συνοδεύω σημαίνει βρίσκομαι μαζί, πηγαίνω
μαζί, κάνω μαζί, ακολουθώ και συντονίζω το βήμα μου. Παρεμβαίνω σημαίνει είτε
εμπλέκομαι ενεργά σε μια διαδικασία με σκοπό να την αλλάξω και να αποκαταστήσω
μια κατάσταση είτε ανακατεύομαι σε υποθέσεις που συνήθως δεν με αφορούν. Πρώιμα
σημαίνει πρόωρα, κάτι που ωριμάζει πριν την ώρα του. Και ψύχωση σημαίνει τι
άλλο πέρα από την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Ποια πραγματικότητα
όμως; Των τεσσάρων διαστάσεων που γνωρίζουμε και αντιλαμβανόμαστε ή των είκοσι
επτά που έχουν φτάσει να ερευνούν ορισμένοι θεωρητικοί φυσικοί (Malik κ.ά., 2014); Της εμπρόθετης
επιλογής που αποκλείει ή αναβάλλει κάθε άλλο σενάριο ή της κβαντικής επιλογής
που οδηγεί σε άπειρη διακλάδωση, όπου και πραγματώνεται κάθε δυνατό ενδεχόμενο (Tegmark, 2003); Ή μήπως ζούμε σε μια
εικονική πραγματικότητα, σε μια προσομοίωση υπολογιστή όπως λένε κάποιοι άλλοι (Bostrom, 2003);
Όταν ένα άτομο βρίσκεται εν μέσω μιας ψυχωσικής
εμπειρίας, συχνά περιγράφει τον κόσμο όχι «όπως είναι και τον γνωρίζουμε», αλλά
όπως θα μπορούσε να είναι. Οι γραμμικές αιτίες θολώνουν, τα σημαινόμενα
ρευστοποιούνται, ο χρόνος συστρέφεται, τα νοήματα διακλαδώνονται. Εμπειρίες που
το κανονιστικό φαντασιακό ονομάζει παραλήρημα, σύγχυση, αποπροσανατολισμό,
μοιάζουν ύποπτα «κβαντικές». Μην και η ψύχωση είναι μια μορφή κβαντικής σκέψης,
ένας εναλλακτικός τρόπος πλοήγησης στο πολυσύμπαν; Μια φωνή ενός κόσμου που δεν
χωρά στην τυπική πραγματικότητα και κραυγάζει για παραδειγματική ρήξη όπως θα
έλεγε ο Thomas Kuhn (2008); Γιατί να είναι η
ψύχωση διαταραχή λοιπόν και όχι δική μας αδυναμία να αντιληφθούμε αυτό που
ακούνε ή βλέπουν ή σκέφτονται ή νιώθουν οι προσωρινά κατοικούντες σε μια
ενδεχομένως εναλλακτική πραγματικότητα;
Αντί της ακύρωσης του παραληρήματος ως μη πραγματικού, η
αφοσιωμένη παρουσία δημιουργεί όντως τις προϋποθέσεις να συνομιλήσουμε με αυτό
αν αφεθούμε στις ψυχωτικές – δημιουργικές μας ικανότητες. Αν σταθούμε με
απορία, ειλικρίνεια, σεβασμό και θαυμασμό απέναντί τους, αντί να απορρίψουμε
τεμπέλικα τις εμπειρίες αυτές ως παθολογικές. Μπορούμε να ρωτήσουμε τι θέλουν
να μας πουν και κυρίως τι θέλουμε να ακούμε. Αρκεί να θέλουμε να συνδεθούμε
όπως είναι ο Άλλος και όχι όπως θα έπρεπε να είναι, όπως μας βολεύει να είναι.
Αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε τη δική μας αβολοσύνη, τότε θα μπορέσουμε να
ρωτήσουμε όχι «τι φταίει;» αλλά «πώς είμαστε εδώ μαζί;» και αυτό που θα μείνει
δεν θα είναι η απαίτηση της επικρατούσας φυσιολογικότητας αλλά το πως φερθήκαμε
η μία στον άλλον.
Δυστυχώς, οι κοινωνικές επιστήμες αντί να εμπνέουν και να
πρωτοστατούν, συνεχίζουν να έπονται ασθμαίνοντας των υποθέσεων εργασίας και των
συμπερασμάτων των φυσικών επιστημών. Ας μην ξεχνάμε πως και η συστημική
θεραπεία έτσι ξεπήδησε. Εξού και εξακολουθούμε να υπερασπιζόμαστε κατά κόρον
στο πεδίο της ψυχικής υγείας ουδέτερες
και αντικειμενικές μεθοδολογίες κλινικής ακρίβειας και μετρήσιμης
αποτελεσματικότητας, ακόμα και όταν δεν ταιριάζουν σε πολυσύνθετα και δαιδαλώδη
ανθρώπινα συστήματα. Άραγε πόσες αποτυχίες και πόσα αδιέξοδα του κυρίαρχου
μοντέλου χρειαζόμαστε για να αντιτάξουμε ένα άλλο παράδειγμα αλληλέγγυας πλην
οριοθετημένης σχέσης και ανοιχτού πλην στοχευμένου διαλόγου; Τι χρειάζεται για
να περάσουμε από τη διόρθωση μιας φανταστικής βλάβης από μια υπεροπτική και
πανοπτική θέση στην αμοιβαία φροντίδα στη βάση μιας κοινής μοίρας όπου σήμερα
εσύ, αύριο ίσως εγώ; Γιατί στις νησίδες πραγματικότητας πολύ μέσα στην οξεία
ψυχωσική φάση περιλαμβάνονται και οι στιγμές στις οποίες τα φροντιζόμενα
πρόσωπα διεκδικούν να φροντίσουν τις συνοδούς, ενώ σε μια δομημένη κλινική
συνέντευξη που μετράει ανθρώπινα χαρακτηριστικά με έναν εξω-ανθρώπινο τρόπο, τα
ίδια άτομα το πιθανότερο είναι πως θα πάτωναν σε σκορ ενσυναίσθησης.
4. Η «κβαντική σκέψη» δεν είναι τεχνικός όρος· είναι μεταφορά.
Στην κβαντική φυσική, ένα σωματίδιο μπορεί να βρίσκεται σε περισσότερες από μία
καταστάσεις ταυτόχρονα – αυτό ονομάζεται υπέρθεση – μέχρι να γίνει μια
παρατήρηση, οπότε και θα «καταρρεύσει» σε μία
κατάσταση. Αν μεταφέρουμε αυτή την ιδέα στην ανθρώπινη εμπειρία, μπορούμε να
φανταστούμε τον εαυτό, την ταυτότητα, την ψυχική κατάσταση ως κάτι ασταθές,
πολλαπλό, δυναμικό. Έτσι, ένα πρόσωπο σε κρίση μπορεί κάλλιστα να αισθάνεται
ταυτόχρονα και πολύ πολύ έντονα ασφάλεια και απειλή, φόβο και ελευθερία, να
επιθυμεί και επαφή και απομόνωση, να ζητά τη βοήθεια μα και να την απορρίπτει,
να είναι «και εδώ και αλλού». Η προσέγγιση
που συνοδεύει, αντί να ερμηνεύσει βιαστικά και τελεσίδικα, χρειάζεται να
αντέξει αυτή την «υπέρθεση», την αμφιθυμία
και την αμφιταλάντευση.
Η ψύχωση, όπως και κάθε ψυχική κρίση, μπορεί να ιδωθεί ως
μια φάση υπέρθεσης ταυτοτήτων και δυνατοτήτων. Η κοινωνία συχνά βιάζεται να την
παρατηρήσει και να την «καταρρεύσει» σε μια ταυτότητα, μια δυνατότητα, μια
αλήθεια: «είσαι σχιζοφρενής», «είσαι διαταραγμένος», «είσαι ανεπαρκής». Η
θεραπευτική συνοδεία μπορεί να επιλέξει να μην παρατηρήσει, αλλά να παραμείνει
μάρτυρας της υπέρθεσης: δηλαδή να αντέξει την πολυπλοκότητα, να στηρίξει την
ενδεχομενικότητα του νοήματος, να επιτρέψει τη ρευστή εξέλιξη χωρίς επιβολή
μορφής. Από την άλλη, η πρώιμη παρέμβαση βασίζεται σε ταχύ προσδιορισμό: τι
λάθος υπάρχει εδώ και πώς το διορθώνουμε. Η συνοδεία επιτρέπει χώρο και χρόνο
στο ασχημάτιστο, συνυπάρχει με την ασάφεια και την αβεβαιότητα. Αντί να
διαχωρίσει μονοσήμαντα το λογικό από το παρανοϊκό, εξερευνά το μεταξύ τους.
Αντί να κλείνει το νόημα, μένει σε μια θέση ανοιχτότητας, όπου το άτομο
παραμένει σε «υπέρθεση» μέχρι να διαλέξει – αν διαλέξει – το ίδιο ποια είναι η
θέση του. Με αυτούς τους όρους, το άτομο δεν έχει χάσει την επαφή με την
πραγματικότητα· βρίσκεται ανάμεσα σε πραγματικότητες. Η φροντίδα δεν
είναι ακριβώς να το επαναφέρουμε, αλλά να συμπλεύσουμε ψύχραιμα, με ασφάλεια
και ελευθερία στη μετάβαση.
Η
λεγόμενη πρώιμη παρέμβαση στην ψύχωση παρουσιάζεται συχνά ως επιστημονικά
τεκμηριωμένη πρακτική πρόληψης και αντιμετώπισης. Πίσω, όμως, από τον
φαινομενικά σωτήριο λόγο της έγκαιρης διάγνωσης και επέμβασης, εδρεύει μια
φονική διαχείριση της ψυχικής ετερότητας. Δεν πρόκειται για φροντίδα αλλά για
έλεγχο της χρονικότητας της εμπειρίας: η πρώιμη παρέμβαση επιχειρεί να ακυρώσει
το παράδοξο, να εκκενώσει την κρίση από δυνατότητες, να εμποδίσει τη
μεταμόρφωση, να μετατρέψει το ενδεχόμενο σε παθολογία. Όλα αυτά φυσικά δεν
είναι αθώα ή ουδέτερα. Πατάνε πάνω σε μια φοβική αντίληψη της ψύχωσης: αφ'
ενός, ως ανεπανόρθωτη εκτροπή που πρέπει να προληφθεί και αφ' ετέρου, ως
δημόσιο κίνδυνο που πρέπει να εξοστρακιστεί. Αντί να προσεγγιστεί ως πρόσκληση
για χειραφετητικό επαναπροσδιορισμό στάσεων, σχέσεων, νοημάτων, προκρίνεται μια
βεβιασμένη επανένταξη στην κανονικότητα. Και με αυτόν τον τρόπο, οι ίδιοι οι
φερόμενοι ως φροντιστές όχι μόνο πατώνουν στα σκορ ενσυναίσθησης,
παραγνωρίζοντας πως η κανονικότητα ευθύς εξαρχής συνέβαλε στο άνοιγμα της
ψύχωσης, αλλά και κακοποιούν τα φροντιζόμενα άτομα, προσθέτοντας στον πόνο τους
περίσσεια οδύνη που ξεχειλίζει το ήδη γεμάτο ποτήρι τους.
5. Στο νεοφιλελεύθερο παράδειγμα, η ευαλωτότητα δεν είναι ανθρωπολογική σταθερά ή
πηγή σχέσης, αλλά δείκτης επικινδυνότητας. Εξού και η ευάλωτη στιγμή μας δεν
είναι μια γέφυρα σύνδεσης, αλλά πηγή προβλήματος που πρέπει να επισκευαστεί
προτού χαλάσει ολόκληρο το σύστημα. Το μοντέλο της πρώιμης παρέμβασης γίνεται
έτσι το ψυχιατρικό ανάλογο του νεοφιλελεύθερου βιοπολιτικού ελέγχου:
προλαμβάνει το ανεξέλεγκτο, διασφαλίζει την κανονικότητα, και μεταφράζει τη
μοναδικότητα του υποκειμένου σε κίνδυνο προς άμεση εξουδετέρωση (Hartmut, 2021).
Η
πρώιμη παρέμβαση αναπαράγει τα ίδια επικοινωνιακά μοτίβα που οδηγούν στην
εμφάνιση των ψυχώσεων (Retzer,
2021), κατασκευάζοντας τη χρονιότητα που δήθεν προσπαθεί να αποφύγει.
Μυστικοποίηση (Laing,
1965), υπερεμπλοκή, διπλά μηνύματα (Bateson κ.ά.,
1956), καμία ανοχή στη σύγκρουση, εξορισμός από την επικοινωνία, συγχρονική
αποσύνδεση, αδυναμία αυτονόμησης, ψευτοδιλήμματα εύθραστων συμμαχιών. «Σε
βοηθάω επειδή ξέρω καλύτερα για σένα», «σε προστατεύω
χωρίς να σε ρωτήσω», «σου δείχνω εμπιστοσύνη, αλλά σε επιτηρώ», «σε κατηγορώ για κρυψίνοια αλλά κάθετί
που λες μπορεί και θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου»,
«είσαι σε κίνδυνο, αλλά μην ανησυχείς, δεν έχεις τίποτα ακόμα» (εργασιακή εξοικείωση με τη διαγνωστική
αβεβαιότητα αυτό το λένε), «σε ψυχοεκπαιδεύω να ζήσεις μια ζωή που δεν σου
βγάζει νόημα», «η ζωή σου μπορεί να μην είναι στον
έλεγχό σου, αλλά τα συμπτώματά σου τα έχουμε υπό έλεγχο», «μη σε νοιάζουν οι παρενέργειες των
φαρμάκων, σημασία έχει να είσαι λειτουργικός».
Έτσι, τα φροντιζόμενα άτομα βρίσκονται αντιμέτωπα με το υπέρτατο διακύβευμα: αν
πουν όχι, θα χάσουν τη φροντίδα – αν πουν ναι, θα χάσουν τον εαυτό τους. Το σύστημα ενισχύει την αμφιβολία του ατόμου
για τον εαυτό του και τον κόσμο, οδηγώντας σε περαιτέρω αποδιοργάνωση και
(αυτο)στιγματισμό – καθιστώντας τη φροντίδα εξαρτημένη από την υπακοή και τη
συμμόρφωση.
Η
πρώιμη παρέμβαση αποτελεί μια παραδοχή αποτυχίας: η αναγνώριση ότι αν τάχα δεν
προλάβουμε το πρώτο επεισόδιο, χάσαμε το παιχνίδι, νικηθήκαμε από τη
χρονιότητα. Λες και πρόκειται για ζήτημα ταχύτητας και όχι κατεύθυνσης. Λες και
η καλή φροντίδα δεν είναι καλή φροντίδα είτε την προσφέρουμε στο πρώτο
επεισόδιο είτε στην πεντηκοστή κρίση. Ούτως ή άλλως, η ψύχωση δεν συντονίζεται
με τη βολή μας, δεν έρχεται ποτέ σε κοινωνικά εύκαιρο χρόνο, καθιστά αδύνατο το
«σαν να μη συμβαίνει τίποτα». Η χειρονομία που προτείνει η πρώιμη παρέμβαση
διεκδικεί μια θέση ορόσημο στο πάνθεον της ψυχιατρικής ιστορίας: να εντοπίσουμε
το ρήγμα όσο πιο νωρίς γίνεται, να το περιορίσουμε, να το επαναφέρουμε στη
φυσική ροή των πραγμάτων. Υπόσχεται αποπλαισιωμένη σωτηρία μέσα από τη γρήγορη
ενσωμάτωση ανεξάρτητα από τις επί τόπου ποικιλόμορφες ανάγκες των ανθρώπων.
Η
προγνωστική λειτουργία της πρώιμης παρέμβασης βάσει δεικτών ρίσκου,
νευροαναπτυξιακών εντυπωμάτων και προσυμπτωμάτων είναι καθαρός τζόγος σε ξένες
πλάτες, που μάλιστα ενισχύει το στιγματιστικό φαντασιακό. Το άτομο ταυτίζεται
με τη «διαταραχή» πριν καν εκφραστεί η κρίση, η βεντάλια των δυνατοτήτων
κλείνει έτσι που η ταυτότητα συμπιέζεται στη διάγνωση. Η έννοια της πρόληψης
στην ψυχική υγεία, όπως αναπτύσσεται στα βιολογικά ή βιολογίζοντα προγράμματα
πρώιμης παρέμβασης, συστηματικά αγνοεί το σχεσιακό και κοινωνικό πλαίσιο του
ψυχικού πόνου. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πώς να σώσουμε το άτομο από την
ψύχωση, αλλά πώς να διαφυλάξουμε το πρόσωπο μέσα στην εμπειρία του και πώς να
συγκρατηθούμε και εμείς ως φροντιστές από την επιβολή, αναγνωρίζοντας ότι το παρανοϊκό
μπορεί να είναι η πιο τίμια απάντηση σε έναν παράλογο κόσμο, που ωστόσο
προβάλλεται και ως λογικός και ως ότι δεν υπάρχει εναλλακτική και ως τέλος της
ιστορίας.
Η
συνοδεία αντιλαμβάνεται την ψύχωση σαν ηρωική έξοδο, σαν κραυγή αναπτυξιακής
μετάβασης, σαν μια συμβολική κίνηση όταν η συμβατική γλώσσα έχει εξαντληθεί και
αποτύχει – μια πράξη αντίστασης και διεύρυνσης που χρήζει υποστήριξης να
ολοκληρωθεί μη γνωρίζοντας εκ των προτέρων σε τι. Προς αυτήν την κατεύθυνση,
επιδιώκει να είναι μια διαλογική συν-συνθήκη υπέρ των εξορισμένων από την
επικοινωνία, υπέρ της αμφιθυμίας και της κυκλικότητας των αλληλεπιδράσεων. Όσο
οι συνοδοί κάνουμε αυτό, τόσο οι συνοδευόμενοι κάνουν το άλλο. Και το
αντίστροφο. Σε μια βάση ισότιμης και συνεργατικής ακρόασης και όχι κανονιστικής
υπαγόρευσης. Η ευαλωτότητα μάς ενώνει και μας εμπνέει, ακόμα και όταν μας
τρομάζει, ακόμα και όταν μας τραυματίζει. Η θαρραλέα επιστροφή των ανθρώπων από
την ψυχωτική τους περιπλάνηση μάς καθιστά μάρτυρες ενός θαύματος ζωής και μας
ενδυναμώνει συλλογικά.
Η
ψυχωσική κρίση, αν δεν απαξιωθεί και δεν κακοποιηθεί, μπορεί να γίνει πέρασμα.
Μπορεί να φέρει νέα μοτίβα σχέσης, νέα νοήματα, νέους κόσμους. Και ίσως αυτή να
είναι η πιο ουσιαστική δουλειά που έχουμε ως συστημικοί θεραπευτές: να σταθούμε
εκεί όπου ο άλλος καταρρέει – όχι για να τον σώσουμε, αλλά για να του
επιτρέψουμε να σωθεί με τους δικούς του όρους. Η συνοδεία, τότε, είναι μια
γενναία πράξη ενθάρρυνσης της αντίστασης. Είναι το να σταθούμε δίπλα σε κάποιον
χωρίς να τον προδώσουμε. Να του επιτρέψουμε να διατηρήσει τη φωνή του ακόμη και
όταν αυτή ακούγεται ανήκουστη. Να τον αναγνωρίσουμε όχι μέσα από διαγνώσεις
αλλά μέσα από σχέσεις. Οι συνοδοί, όπως και όλοι οι άνθρωποι στην προσπάθειά
τους να προσεγγίσουν το ριζικά διαφορετικό, αντλούμε από τις ψυχωτικές μας
ικανότητες χωρίς να χάνουμε τις συμβατικές μας ικανότητες. Εξού και αν
εκπαιδευόμαστε, δεν εκπαιδευόμαστε στην ψύχωση των άλλων αλλά πάνω στις δικές
μας ψυχωσικές προκλήσεις.
6. Και είναι ακριβώς εδώ που το εγχείρημα της συνοδείας
προκύπτει όχι απλά ως εναλλακτική παρέμβαση, αλλά ως μια ριζικά διαφορετική
ηθικο-πολιτική στάση. Ένα παράδειγμα όπου η κρίση δεν νοείται ως πρόβλημα προς
λύση, αλλά ως συμβάν προς συγκατοίκηση και εμπερίεξη. Και η ευαλωτότητα όχι ως
έλλειμμα, αλλά ως δεσμός. Η συστημική δουλειά, εμπνευσμένη από όλα τα παραπάνω,
χρειάζεται να απεγκλωβιστεί και να καταγγείλει απερίφραστα την ηθική του ελέγχο
και της προκάτ αποκατάστασης. Οφείλουμε να εργαζόμαστε κάθε φορά να
αναπλαισιώσουμε το συμπτωματολογικό βίωμα ως προσπάθεια ενδυναμωτικής
αναδιοργάνωσης και να συνοδεύουμε όχι τη ξεδοντιασμένη επιστροφή αλλά τη
ρηξικέλευθη μετακίνηση. Να μετακινηθούμε από την παρέμβαση στην παρουσία, από
την πρόληψη στην αποδοχή, από την «εγκεφαλική διαταραχή» στο «εμπρόθετο νόημα»,
από το ερώτημα «τι έχεις;» στο «που είσαι;» και ακόμα πιο πέρα «μπορώ να είμαι
μαζί σου εκεί;». Προϋπόθεση της συνοδείας συστημικών προδιαγραφών είναι η
ετοιμότητα στο αχαρτογράφητο και η υπόσχεση εδώ δεν είναι οι έτοιμες
απαντήσεις, αλλά να ξανανοηθεί ο κόσμος μέσα από το ρήγμα.
Γράφω σήμερα ως επιζών της ψυχιατρικής, ως συστημικός
θεραπευτής και ως συνοδός σε ψυχωσικές κρίσεις. Αυτές οι τρεις μου ταυτότητες,
ανάμεσα ευτυχώς σε άλλες, δεν είναι παρά συνιστώσες ενός κοινού βιώματος: του
να προσπαθώ να σταθώ δίπλα στον Άλλον, όχι για να τον αλλάξω, αλλά για να μην
τον χάσω. Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουμε μέσα από τους άλλους. Αλληλοεξαρτιόμαστε (Care Collective, 2022). Το πώς και το με
ποιους όρους είναι ένα διακύβευμα εξουσίας. Διάρρηξη των φυσιολογικών
εξελικτικών σταδίων προς την ενήλικη ζωή, αν υφίσταται, υφίσταται ουσιαστικά
πριν την εμφάνιση των ψυχωσικών φάσεων και όχι μετά. Και αυτό πάντα σύμφωνα με
την ιστορικότητα και το αυτοποιητικό δυναμικό του δοσμένου πλαισίου και όχι
γενικευμένα και έξωθεν επιβαλλόμενα. Σε προσωπικό επίπεδο, το μόνο μη
φυσιολογικό που μου συνέβη υπήρξε η χρόνια παραβιαστική και κακοποιητική
ψυχιατρική παρέμβαση που υπέστη.
Συνοψίζοντας,
η πρώιμη παρέμβαση, ενταγμένη σε μια νεοφιλελεύθερη λογική δημόσιας υγείας,
ενισχύει τη βιολογικοποίηση του κοινωνικού, την πρόληψη ως έλεγχο, και την
ψυχοεκπαιδευτική επιτήρηση με στόχο την αδιαμαρτύρητη επιστροφή στη
λειτουργικότητα. Αντίθετα, η συνοδεία εγκιβωτίζεται στην ανθρωπινότητα και
εμπνέεται από τη λογική της μαρτυρίας και της αλληλέγγυας παρουσίας, όπου η
θεραπευτική σχέση δεν είναι ρυθμιστική αλλά απελευθερωτική – ένας χώρος όπου η
φωνή του ανθρώπου μπορεί να ακουστεί ακόμη κι όταν αντικρούει τη λογική της
κανονικότητας, υπενθυμίζοντας πως η κανονικότητα δεν είναι ούτε θέσφατο ούτε
άβατο αλλά μια κατασκευή. Η συνοδεία βασίζεται στη συναινετική, καθησυχαστική
και ανθεκτική παρουσία, ενόσω η πρώιμη παρέμβαση έμμεσα ή άμεσα επιβάλλεται
χωρίς συναίνεση, με βία και στέρηση ελευθεριών. Η αντίθεση δεν βρίσκεται απλά
στις τεχνικές, πρωτίστως είναι πολιτική.
Βιβλιογραφία
- Allen, F.
(2014). Η διάσωση του φυσιολογικού. DSM-5: Το δριμύ κατηγορώ ενός ψυχιάτρου (μτφρ. Ν. Αποστολόπουλος). Αθήνα: Τραυλός.
- Beck, U.
(2015). Κοινωνία της διακίνδευσης. Καθ' οδόν προς μια άλλη νεωτερικότητα (μτφρ. Η. Οικονόμου). Αθήνα: Πεδίο.
- Beck, U.
& Ziegler-Erdmann, U.
(2000). Μια ζωή δική μας. Περιηγήσεις στην άγνωστη κοινωνία που ζούμε (μτφρ. Λ. Σάκαλη). Αθήνα: Νήσος.
- Bostrom,
N. (2003). Are we living in a computer simulation? Philosophical Quarterly,
53 (211), 243-255.
- Care
Collective (2022). Τομανιφέστοτηςφροντίδας. Για μια πολιτική της αλληλεξάρτησης (μτφρ.
Χ. Σμυρνιώτη). Θεσσαλονίκη: Ροπή.
- Cooper, D.
(1978). Η γλώσσα της τρέλας (μτφρ. Λ. Θεοδωρακόπουλος). Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος.
- Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (2024,
Ιανουαρίου 25). Δελτίο Τύπου. https://psych.gr/deltio-typoy-tis-ellinikis-psychiatrikis-etaireias/
- Εμμανουηλίδου, Ά. (2025). Από το άσυλο
προς την κοινωνική χειραφέτηση. 1989-2024: 35
χρόνια στον δρόμο. Θεσσαλονίκη: Νησίδες.
- Ferguson, I.
(2022). Μαρξισμός, πολιτική και ψυχική δυσφορία (μτφρ. Μ. Μαργέλη). Αθήνα: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.
- Hartmut, R.
(2021). Επιτάχυνση και αλλοτρίωση. Για μια κριτική θεωρία της χρονικότητας στην ύστερη νεωτερικότητα (μτφρ. Μ.
Κουλουθρός). Αθήνα: Πλήθος
- Kafka, F. (2012). Η μεταμόρφωση (μτφρ. Μ.
Ζαχαριάδου). Αθήνα: Πατάκης.
- Kuhn, T.
(2008). Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων (μτφρ. Γ. Γεωργακόπουλος). Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα.
- Κουτσελάκη, Κ. (2022, Σεπτεμβρίου 13).
Προσπαθεί να δικαιoλογήσει ο Πέτσας το «όποιος
δεν προσαρμόζεται πεθαίνει»
https://www.efsyn.gr/
politiki/kybernisi/359019_prospathei-na-dikaiologisei-o-
petsas-opoios-den-prosarmozetai-pethainei
- Laing, R. (1965). Mystification, confusion and conflict. Στο
Boszormenyinagi-Nagy, I. & Framo, J.
(επιμ.). Intensive Family Therapy: Theoretical and
Practical Aspects (σσ. 343–363). Νέα Υόρκη: Harper & Row.
- Laing, R.
(1975). Ο διχασμένος εαυτός. Υπαρξιακή μελέτη της ψυχοδιανοητικής υγείας και αρρώστιας (μτφρ. Θ. Παραδέλλης). Αθήνα: Καστανιώτης.
- Malik κ.ά.
(2014). Direct measurement of a 27-dimensional orbital-angular-momentum state vector. Nature communications, 5, 1-7.
- Retzer, A. (2021). Συστημική
οικογενειακή θεραπεία των ψυχώσεων (μτφρ. Ά. Εμμανουηλίδου). Θεσσαλονίκη: Νησίδες.
- Rosario, V. (2012). Rise and Fall of the Medical Model. Gay &
Lesbian Review Worldwide,19 (6), 39-41.
- Rufer, M. (2012). Ψυχιατρική - Οι διαγνώσεις, οι θεραπείες, η εξουσία της. Στο Εμμανουηλίδου, Ά., Stastny, P. & Lehmann, P. (επιμ.)
(2012). Αντί της ψυχιατρικής: εναλλακτικά
μοντέλα συνάντησης με τον ψυχικό πόνο (μτφρ. Ά. Εμμανουηλίδου) (304-326).
Θεσσαλονίκη: Νησίδες.
- Szasz, Τ. (2006). Αιρετικά (μτφρ. Α.
Τσέγκου). Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις.
- Tegmark, M.
(2003). Parallel Universes. Scientific American, 288, 40-51.