Βασίλης Περιβολάρης
ΒΑΛΣΑΜΟ
Συστημική Ψυχοθεραπεία 
& Κοινωνική Ενδυνάμωση

Το πλαίσιο “εξουσία-απειλή-νόημα” ως εναλλακτική στην ψυχιατρική διάγνωση Βιβλιοπαρουσίαση

εξουσία-απειλή-νόημα

Η έκδοση του DSM5 το 2013 έδωσε αφορμή σε μια θύελλα αντιδράσεων από μέρος όλων των εμπλεκόμενων μερών. Στη Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία, δημιουργήθηκε μια υπο-ομάδα εργασίας, που εργάστηκε αντλώντας από έναν τεράστιο όγκο ερευνητικών δεδομένων και το 2018 παρέδωσε το προτεινόμενο Πλαίσιο ως έναν ολιστικό τρόπο να κατανοήσουμε και να παρέμβουμε στην ψυχική δυσφορία. 

Στην παρουσίασή μου σήμερα θα κινηθώ σε δύο επίπεδα: σε ένα πιο θεωρητικό επί των βασικών ιδεών του Πλαισίου και σε ένα πιο βιωματικό αξιοποίησης αυτών των ιδεών επί της ψυχιατρικής μου εμπειρίας.

Όπως υποστηρίζουν και οι συγγραφείς του βιβλίου, ένα από τα διά ταύτα του νεοφιλελευθερισμού είναι πως “κερδίζει, δημιουργώντας δυσφορία και μετά προσφέροντας τρόπους κατανόησης και επίλυσής της”. Νεοφιλελεύθερος κοινός τόπος είναι πως οι κρίσεις είναι ευκαιρίες.  Για την ακρίβεια, ευκαιρίες πλουτισμού για όποιον προλάβει και όποιον πάρει ο χάρος βέβαια. Ο νεοφιλελευθερισμός και η σύγχρονη ψυχιατρική, ως η μοίρα των μη λειτουργικών, αναπτύσσονται μαζί από το 1980 και έπειτα. Τότε και μετά τις πολύ έντονες έως και εξευτελιστικές κριτικές που είχε δεχτεί ο ψυχιατρικός κλάδος και από τους κόλπους του και ευρύτερα από κοινωνικούς επιστήμονες και κινήματα, ξεκίνησε με το DSM-3 να αναδιπλωθεί, να αποστιγματιστεί και να επαναπροσδιοριστεί ως έγκυρη, αξιόπιστη και αντικειμενική επιστήμη και δη ιατρική.

Εξαρχής, το άγιο δισκοπότηρο για όλο αυτό το εγχείρημα υπήρξε η έρευνα για τους βιοδείκτες, εργαστηριακά και απεικονιστικά δηλαδή ευρήματα που να μετράνε πέραν από κάθε αμφιβολία με βάση την απόκλιση από κάποιες φυσιολογικές τιμές τις λεγόμενες “ψυχικές διαταραχές”. Αμέτρητα δις, αμέτρητες εργατοώρες, αμέτρητη φαιά ουσία επενδύθηκαν σε αυτήν τη φαινομενικά άγια αποστολή. Μάταια όμως. Με τέτοια επένδυση και νομιμοποίηση, ωστόσο, ακόμα και αν τα δεδομένα μάς λένε πως σφάλλουμε, η πραγματικότητα είναι αυτή που σφάλλει και όχι εμείς.

Διαβάζουμε επί τούτου στο βιβλίο:   
Αυτή η πρόοδος δεν συνέβη ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, οι κλινικοί συνέχισαν να πιστεύουν ότι αυτές οι ψυχικές διαταραχές θα πρέπει να είναι αληθινές και ότι ήταν απλώς θέμα χρόνου να ανακαλυφθούν οι «βιοδείκτες» τους. Το αποτέλεσμα, καθώς προχωρούσε ο 20ός αιώνας, ήταν ότι οι «διαταραχές» ταυτοποιούνταν χωρίς σχετική τεκμηρίωση και οι κλινικοί επέλεγαν ποιες «διαταραχές» και ποιες «συστάδες συμπτωμάτων» να προκρίνουν, σύμφωνα με τις δικές τους προσωπικές προτιμήσεις. Αναπόφευκτα, αυτές οι συστάδες ή τα διαγνωστικά κριτήρια διέφεραν τόσο μεταξύ διαφορετικών περιοχών της ίδιας χώρας όσο και από τη μια χώρα στην άλλη. Αυτό οδήγησε στην αναπαραγωγή κυνικών σχολίων, όπως ότι μπορεί κάποιος να «θεραπευτεί από τη σχιζοφρένεια» απλώς και μόνο πετώντας με το αεροπλάνο από τη Νέα Υόρκη στη Στοκχόλμη, όπου τα διαγνωστικά κριτήρια ήταν πολύ πιο αυστηρά.

Τέτοιου είδους σχόλια είναι εξίσου ειρωνικά όσο και εύστοχα. Γιατί η πτήση προς τη Στοκχόλμη μπορεί να μην επιφέρει καμία θεραπεία για τους “ασθενείς”, αλλά συνιστά το ταξίδι που θα κάνουν για να παραλάβουν το Νόμπελ Ιατρικής τα άτομα που θα προβούν στις γενετικές ανακαλύψεις που θα λύσουν το υποτιθέμενο μυστήριο της υποτιθέμενης ψυχικής της υποτιθέμενης νόσου. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, το Νόμπελ που δόθηκε για τις λοβοτομές.

Πενήντα χρόνια και δύο DSM μετά, ευσεβής πόθος παραμένει η ανακάλυψη των περιβόητων βιοδεικτών και μάλιστα στο DSM6, που αναμένεται ώς το 2030, φημολογείται μια ακόμα περισσότερο βιολογίζουσα στροφή, μια νέα κατηγοριοποίηση δηλαδή που ευθέως και εντελώς αποπλαισιωμένα θα κάνει λόγο για βιοδείκτες και μάλιστα υποψήφιους βιοδείκτες, αφού όπως είπαμε δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένοι. Τουναντίον, η υπόθεση της βιοχημικής ανισορροπίας στον εγκέφαλο έχει επίσημα καταρριφθεί όσο και αν παραπλανητικώς προωθείται ακόμα.

Και κάπως έτσι φτάνουμε να διαβάζουμε σε επιστημονικές (;) δημοσιεύσεις για “ψυχικά ασθενείς που αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στη φαρμακευτική τους αγωγή”. Το ψυχιατρικό δίλημμα, όπως συνοψίζεται και στο βιβλίο, είναι το “εγκέφαλος ή ευθύνη”, που πρακτικά σημαίνει: συμμόρφωση με τα φάρμακα ή νίπτουμε τας χείρας μας, ψυχοεκπαίδευση ή τρελός του χωριού. Και όποιος δεν προσαρμόζεται, ούτως ή άλλως ήταν πολύ άρρωστος για να κάνουμε κάτι. Η δυσκολία μας να διανοηθούμε στη Δύση έναν κόσμο χωρίς “ψυχικές διαταραχές” καταλήγει σε απροθυμία να δεχτούμε τη φαρμακοθεραπεία σε μη πρωταγωνιστικό ρόλο και ακόμα περισσότερο να θεωρήσουμε έγκυρες μη φαρμακευτικές προσεγγίσεις. Και όμως, σύμφωνα και με το Πλαίσιο, “η πραγματική απάντηση στο στίγμα είναι να εγκαταλείψουμε το διαγνωστικό σύστημα”, καθ' όσο πρόκειται για “ένα σύνολο νοημάτων τυλιγμένο σε ιατρική γλώσσα”. “Στην πραγματικότητα, σου λένε: «Τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις σου θεωρούνται από την κοινωνική σου ομάδα ως πέραν του λογικού, κατανοητού ή αποδεκτού»”.

Σαν το ακαταλόγιστο να προϋποτίθεται όταν σκεφτόμαστε την εμπειρία της τρέλας, σαν οι ακραίες ψυχικές εμπειρίες να είναι ισόβιες καταδίκες, από τις οποίες δεν νοείται επιστροφή και οι άνθρωποι που τις βιώνουν εκ των πραγμάτων χάνουν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους και χρήζουν κηδεμονίας. “Πώς φτάσαμε σε αυτό το νηπιαγωγείο ενηλίκων;” αναρωτιέται η Άννα Εμμανουηλίδου στο βιβλίο της Από το άσυλο προς την κοινωνική χειραφέτηση. Κάποτε, προσκαλούμαι ως υποστηρικτικό πρόσωπο σε μια συζήτηση μεταξύ ενός ψυχιάτρου και ενός ακούσια νοσηλευόμενου, των οποίων τη στιχομυθία θα μπορούσα να συνοψίσω ως εξής; “Σε αρρωσταίνει η αρρώστια σου”, “Με αρρωσταίνουν οι συνθήκες μου”. Τελικά, η πραγματική πρόσκληση από πλευράς του ιδρύματος, που αφελώς είχα εκλάβει ως προοδευτική διαμεσολάβηση, ήταν να πείσω τον έγκλειστο να μην το σκάσει κατά τον προαυλισμό του. Η δυσφορία μπορεί να γίνεται κατανοητή ως σύμπτωμα μιας ασθένειας και όχι δεδομένης της ιστορίας της ζωής μας μονάχα από ένα σύστημα ψυχικής υγείας τυφλό στις τόσες αντιξοότητες και ανισότητες. Από ένα σύστημα προορισμένο να φροντίσει ανθρώπους, κουφό όμως στις ανθρώπινες σχέσεις.

Η κεντρική ιδέα που διατρέχει το βιβλίο είναι πως δεν υπάρχουν “ασθενείς με ψυχικές ασθένειες”, αλλά άνθρωποι με προβλήματα. Αντί να μας ρωτάνε λοιπόν τι πάει στραβά με τον εγκέφαλο μας, οι άνθρωποι με ψυχιατρική εμπειρία προτιμούμε να μας ρωτάνε τι μας έχει συμβεί και να ενδιαφέρονται όντως για την ιστορία μας, όχι ως τη γαρνιτούρα των συμπτωμάτων μας, αλλά ως τη σκηνή που τα παράγει. Πώς οι θετικές και οι αρνητικές όψεις της εξουσίας επηρεάσαν την εξέλιξή μας, τι κίνδυνοι παρουσιάστηκαν στην πορεία μας ως προς την κάλυψη των αναγκών μας και τι νόημα βγάλαμε από όλα αυτά.

Γιατί τα συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται ξαφνικά και αναπάντεχα, αλλά ποτέ δεν έρχονται από το πουθενά. Ασφαλώς και είναι επώδυνα και ανυπόφορα και χρήζουν αντιμετώπισης, αλλά στο πλαίσιο των σχέσεων και των νοημάτων που εμφανίζονται και όχι απογυμνωμένα από αυτό. Όχι σαν να γεννήθηκαν στο κενό, όχι σαν ένα καινούργιο κεφάλαιο ζωής άσχετο με τα προηγούμενα και με προκατασκευασμένη τη συνέχεια, αλλά σαν τα ενδεχομενικά αποτελέσματα ανισορροπιών εξουσίας στην καθημερινότητά μας και όχι βιοχημικών ανισορροπιών στον εγκέφαλό μας.

• Υπαρξιακά μιλώντας, τα συμπτώματα αποτελούν ευφάνταστες απαντήσεις σε αφάνταστες, ορατές και αόρατες αντιξοότητες. 
• Ενήμερα ως προς το τραύμα μιλώντας, είναι στρατηγικές επιβίωσης. 
• Συστημικά μιλώντας, πρόκειται για μη επικαιροποιημένες επικοινωνιακές λύσεις σε επικαιροποιημένα προβλήματα. 
• Μαρξιστικά μιλώντας, είναι οι ενσώματες συνέπειες της αλλοτρίωσης και των αντιφάσεων του καπιταλισμού. 
• Φεμινιστικά μιλώντας, συνιστούν την έκφραση μιας έμφυλης ιστορικής καταπίεσης και σιωπής. 
• Οικολογικά μιλώντας, εκφράζουν την αποκοπή μας από φυσικούς ρυθμούς, κύκλους και όρια. 
• Κοινωνιολογικά μιλώντας, αφορούν σε κοινωνικά μοτίβα άνισα κατανεμημένα κατά τάξη, φύλο, φυλή, ηλικία κοκ, αποκαλύπτοντας το χάσμα ανάμεσα στις ανθρώπινες ανάγκες και στα νομιμοποιημένα μέσα ικανοποίησής τους. 
• Ανθρωπολογικά μιλώντας, αναδεικνύουν την ποικιλομορφία και τη διαφορετικότητά μας. 
• Κοινοτικά μιλώντας, υποδεικνύουν τη ρήξη ασφαλών δεσμών αλληλοσεβασμού και αλληλοϋποστήριξης. 
• Πολιτικά μιλώντας, αποτελούν ένα ηθικό στοίχημα πραγματικής εμπερίεξης ή αποκλεισμού ενός κομβικού ορίου της ανθρώπινης κατάστασης.

Η χώρα μας έχει επικυρώσει από το 2012 τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία που απαγορεύει την ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία και την ακούσια φαρμακοθεραπεία. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 95 του νόμου 2071/1992, που παράνομα ρυθμίζει ακόμα τα της ακούσιας:   

Η αδυναμία ή η άρνηση προσώπου να προσαρμόζεται στις κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να επικρατούν στην κοινωνία, δεν αποτελεί καθ' αυτή ψυχική διαταραχή.

Τώρα το “καθ' αυτή ψυχική διαταραχή” συνιστά μια ύποπτη διατύπωση, που δεν απέχει και πολύ από την αμφιθυμία των αρχαίων χρησμών. Σε κάθε περίπτωση, τα DSM 4 και 5 περιλαμβάνουν ένθετο “πολιτισμικά προσδιορισμένων συνδρόμων” που διερευνώνται σε διάφορες περιοχές του κόσμου, αλλά που δεν συνιστούν – ακόμα τουλάχιστον – “ψυχική διαταραχή”. Σε κάποιες περιοχές του κόσμου. Γιατί στη Δύση η ψυχική δυσφορία έχει ανοσία καταπώς φαίνεται στις πολιτισμικές επιρροές.

Το Πλαίσιο συντάσσεται με το αυξανόμενο ρεύμα θεσμικών και συλλογικών κριτικών στη βιολογίζουσα ψυχιατρική, εμπλέκοντας στη διαμόρφωσή του τα κινήματα των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία – όπως ακριβώς κάνει και η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Και τολμά ένα άλμα, υποστηρίζοντας ότι “όλες οι εκφράσεις δυσφορίας είναι πολιτισμικά προσδιορισμένες. Οπότε και έχει πολύ περισσότερο νόημα να ρωτάμε ποιες λειτουργίες και ποιους σκοπούς εξυπηρετούν αυτές οι αποκρίσεις για ένα άτομο σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, παρά να αναζητούμε συγκεκριμένα ιατρικά ή ψυχολογικά αίτια”.

Με άλλα λόγια, έχει πολύ περισσότερο νόημα να εμπιστευόμαστε το αυτοποιητικό δυναμικό των ανθρώπων να κρατάνε το τιμόνι της ζωής τους και να τους υποστηρίζουμε, αν και εφόσον μας το ζητάνε, σε περίοδο κρίσης τους και μάλιστα κατά δήλωσή τους και όχι καταπώς νομίζουμε εμείς. Γιατί “αν ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής εκλαμβάνεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου ως απόκριση στην απειλή είναι κάτι που μόνο το ίδιο το άτομο μπορεί να αποφασίσει”.

Το θέμα δεν είναι τόσο ότι κακώς πράττουν οι νευροεπιστήμονες και ερευνούν όσα ερευνούν, αλλά η ανισοκατανομή των ερευνητικών κονδυλίων συντριπτικά υπέρ των βιογενετικών παραγόντων και η αντικοινωνική συρρίκνωση των διαθέσιμων επιλογών φροντίδας στον μονόδρομο του φαρμάκου. Λες και άμα καταφέρουμε επιτέλους να βρούμε τι συμβαίνει στον εγκέφαλο, δεν θα χρειαζόμαστε περαιτέρω εξηγήσεις για τη συμπεριφορά μας. Λες και φανταζόμαστε πως θα ανακαλύψουμε βιοδείκτες των πολιτισμικών προτύπων και προσδοκιών, βιοδείκτες για το όποιο νόημα αποδίδουμε στα πράγματα.

Προς το τέλος του βιβλίου, γίνεται μια αναλογία με τον μαραθώνιο που με αγγίζει προσωπικά και που υπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει ως καταλύτης στη ζωή μου για να μπορώ να συμβιώνω δημιουργικά με την ψυχική μου δυσφορία. Οι μύες μας αναντίλεκτα παίζουν ρόλο στην ολοκλήρωση ενός μαραθωνίου, αλλά δεν μπορούν επουδενί να εξηγήσουν γιατί το κάνουμε. Το νόημα πάντοτε διαφεύγει της βιολογίας και της ατομικότητάς μας. Και με αυτό, παίρνω πάσα για το πιο βιωματικό μέρος.   

Από παιδί, με θυμάμαι να ενθουσιάζομαι με τα βιβλία γενικά. Τα τελευταία χρόνια ενθουσιάζομαι ειδικά με τις συνεργατικές εκδόσεις του Δικτύου των Φωνών και ομολογώ πως τις ζηλεύω κιόλας, μιας και είναι κάτι που δεν έχουμε καταφέρει να εντάξουμε ακόμα στις δράσεις του Παρατηρητηρίου. Είναι, σίγουρα, ενθαρρυντική η ύπαρξη και άλλων μικρών γαλατικών χωριών στη χώρα μας – νησίδων αντίστασης στην υποτιθέμενη ψυχιατρική πρωτοκαθεδρία και αποκλειστικότητα στην αντιμετώπιση της ψυχικής δυσφορίας. Απο-ιατρικοποιώντας τη δυστυχία, Διευκολύνοντας συζητήσεις με θεραπευόμενους που παίρνουν συνταγογραφούμενα ψυχιατρικά φάρμακα ή αποσύρονται από αυτά και τώρα Το πλαίσιο εξουσία-απειλή-νόημα ως εναλλακτική στην ψυχιατρική διάγνωση.

Μάλλον είμαι από τους πρώτους που αγοράζουν τα βιβλία αυτά, αλλά αν τώρα έχω την οικονομική δυνατότητα, δεν ήταν πάντα αυτονόητο. Μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας είναι η επικριτική ερώτηση των γονιών μου: “Πάλι θέλεις να αγοράσεις βιβλίο; Πότε διάβασες το προηγούμενο;”. Και αυτό δεν είχε να κάνει μόνο με την περιορισμένη οικονομική δυνατότητα, αλλά και με το περιορισμένο ώς και ανύπαρκτο πολιτισμικό και μορφωτικό κεφάλαιο που διέθεταν και που δεν ενδιαφέρονταν κιόλας να αποκτήσουν. Εγώ, από την άλλη, ήταν λες και είχα γεννηθεί για να το καλλιεργήσω και η αγαπημένη μου ερώτηση ήταν το “γιατί;”. Λένε πως είναι δυστυχία να μην έχουν τα παιδιά τους γονείς που επιθυμούν, αλλά η πραγματική δυστυχία μάλλον είναι το αντίστροφο: οι γονείς να μην έχουν τα παιδιά που επιθυμούν.

Ήπιων τόνων όπως ήμουνα και χωρίς έναν ασφαλή χώρο να εκφραστώ και να ακουστώ, με τούτα και με εκείνα εξελίχθηκα σε ένα ντροπαλό παιδάκι με έντονα πεταχτά αυτιά και στραβά δόντια, που κοιτούσα το πάτωμα μεν, αλλά τα έπαιρνα τα γράμματα κατά το κοινώς λεγόμενον. Καλώς ή κακώς, με ξεχώριζαν οι δάσκαλοι και οι δασκάλες μου στο σχολείο. Και αυτό έφερε προστριβές με τους γονείς των συμμαθητ(ρι)ών και μένα στο στόχαστρο χλευαστικών πειραγμάτων που κατέληξαν σε καθημερινό βάσανο με το σχολικό διάλειμμα να είναι η χειρότερή μου ώρα.

Μεγαλώνοντας, προστέθηκαν και οι έμφυλες σκοτούρες και προσδοκίες με την κοροϊδία που υφιστάμην να εμπλουτίζεται και με χαρακτηρισμούς για την αρρενωπότητά μου από συμμαθητές, συνομηλίκους, τον προπονητή της ομάδας μπάσκετ κοκ. Ενός κακού μύρια έπονται.  Άπαξ και ξεκινήσει το bullying τείνει να καταλάβει τα πάντα. Η αυτοπεποίθησή μου πήγε εκεί που ήταν και το βλέμμα μου – στο πάτωμα. Πίστευα ότι ποτέ κανείς δεν θα με αποδεχτεί και ότι σε καμία ποτέ δεν θα αρέσω.

Η θετική μου εξουσία απέναντι σε όλη αυτήν την αρνητική βίωση ήταν να καλλιεργήσω τον αυτοσαρκασμό μου. Αν με κορόιδευα εγώ πρώτος, οι άλλοι ίσως έχαναν το ενδιαφέρον τους. Δεν πέτυχε, αλλά μου έδινε μια κάποια αίσθηση ελέγχου. Ταυτόχρονα, διόρθωνα καθημερινά τα αυτιά μου στον καθρέφτη και αναρωτιόμουν πώς θα ήμουν αν δεν χτυπούσα στο μάτι τους. Είχα δει, βλέπετε, σε μια παλιότερη σχολική φωτογραφία, έναν συμμαθητή μου να έχει παρόμοια αυτιά και έπειτα να μην έχει. Και περίμενα να ενηλικιωθώ για να κάνω αυτήν την εγχείριση και εγώ. Όταν το είπα στον παιδοψυχίατρο, που με κούραρε για την υποτιθέμενη διπολική διαταραχή μου, αναφώνησε: “γιατί; τι έχουν τα αυτιά σου;”. Οπότε και δεν περίμενα κάτι καλύτερο όταν ο πατέρας μου για το ίδιο ζήτημα αναφώνησε: “τι άλλη μαλακία θα κάνεις πάλι;”. Έκανα υπομονή και περίμενα να σπουδάσω, μήπως και εκεί αρχίσω να ζω. Ήταν το μόνο που μου έβγαζε νόημα.

Μεσολάβησαν διάφορα κακώς κείμενα, ώσπου λίγο πριν τελειώσω το γυμνάσιο, κράσαρα. Ξύπνησα σε μια σύγχυση, φοβισμένος και αποδιοργανωμένος. Γιατί άραγε;  Έκτοτε, περνούσα φάσεις μεγάλης απόσυρσης και μεγάλης εξωστρέφειας. Πρώτα σε παπά, μετά σε ψυχίατρο. Ο παπάς με διάβασε, τα δαιμόνια παρέμειναν. Η εξήγηση του πρώτου παιδοψυχίατρου ήταν ότι κάνω ναρκωτικά. Ναρκωτικά, δυστυχώς για τη διάγνωσή του, δεν έκανα. Άρχισα να απουσιάζω σωρηδόν από το σχολείο. Μια καθηγήτρια με παρότρυνε να δω μια φίλη της ψυχολόγο, που δούλευε σε μια δομή κοντά στο σχολείο. Ήταν η πρώτη φορά που κοίταξα άνθρωπο στα μάτια και μάλιστα γυναίκα. Αυτό με ενθουσίασε, αλλά και μου επιβεβαίωσε ότι κάτι πολύ παράξενο συνέβαινε με μένα.

Ο δεύτερος ψυχίατρος με διέγνωσε και με ξεκίνησε αγωγή από την πρώτη κιόλας συνεδρία. Εβδομαδιαίες συνεδρίες επί χρόνια. Και όμως καμία σύνδεση της ζωής μου με τα συμπτώματά μου. Ακόμα και εγώ που το έζησα, εξακολουθώ να εντυπωσιάζομαι από το γεγονός αυτό. Γιατί πήγαινα; Κατ' αρχάς, ήμουν ακόμα παιδί. Κατά δεύτερον, βρήκα επιτέλους κάποιον να θέλει να ακούσει για μένα, για τα συμπτώματά μου για την ακρίβεια, αλλά και πάλι. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω τη διαφορά. Δεν καταλάβαινα τι μου συνέβαινε, οπότε δέχτηκα τη μόνο διαθέσιμη εξήγηση που βρήκα. Ο εγκέφαλός μου ήταν προβληματικός και χρειαζόταν εφ' όρου ζωής ρύθμιση με σταθεροποιητές διάθεσης, με αντικαταθλιπτικά, με αντιψυχωσικά. Στόχος ήταν η νορμοθυμία. Αυτό που κάθε άνθρωπος, ειδικά κάθε έφηβος, θέλει και χρειάζεται δηλαδή. Μια ζωή επίπεδη, χωρίς εξάρσεις. Τα φάρμακα εμπλουτίζονταν με τον καιρό, εγώ υπάκουα στις ψυχοεκπαιδευτικές οδηγίες, αλλά η μία “υποτροπή” διαδέχονταν την άλλη. Άρχισα να χάνω χρονιές στο σχολείο και εκεί ήταν που έχασα κάθε ελπίδα. Παντού έπεφτα σε τοίχο, χωρίς την προοπτική των σπουδών, δεν είχα τίποτα άλλο. Παρ' ολίγον επιτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας, ψυχιατρεία. Η ζωή μου ένα γεφύρι της Άρτας, που ολημερίς το έχτιζα, το βράδυ γκρεμιζόταν.

Παρ' ελπίδα, βάζω την αυτοβοήθεια στη ζωή μου. Εξοικειώνομαι με την ψυχιατρική ορολογία μέχρι αηδίας. Δημιουργώ τις πρώτες ομάδες αυτοβοήθειας, μιας και δεν υπήρχαν πίσω στο 2009, και περιχαρής, βρίσκω και άλλους ανθρώπους, ομοιοπαθούντες αυτήν την φορά, να θέλουν να ακούσουν για τα συμπτώματά μου και να μοιραστούν και τα δικά τους. Για να μη μακρυγορώ, είναι αυτό που περιγράφεται και στο βιβλίο ως το δίλημμα “η διάγνωση ως σωτηρία και καταδίκη”. Ανακούφιση και απενοχοποίηση από τη μία, ανάληψη μιας αρνητικής ταυτότητας από την άλλη. Εντέλει, οδηγήθηκα να στήσω τη ζωή μου με τέτοιον τρόπο, ώστε μπορούσα να υπάρχω μόνο μέσα από τα συμπτώματα ή την αναμονή τους.

Με τα λόγια ενός άμεσα ενδιαφερόμενου όπως αναφέρονται στο βιβλίο:   
Αν είσαι χρήστης υπηρεσιών που ταυτίζεται με τη διάγνωσή του, έχεις σχεδόν ολόκληρο το σύστημα ψυχικής υγείας να συμφωνεί και να στηρίζει τη θέση σου. Όσοι από εμάς νιώθουμε εντελώς απελπισμένοι και καταπιεσμένοι από τη διάγνωσή μας, τι κάνουμε;

Άνθρωποι με ψυχιατρική εμπειρία, που απευθύνονται σε μένα πλέον για υποστήριξη, επιθυμούν πάρα πολύ έντονα να μπορούν να είναι ο εαυτός τους και να λένε την αλήθεια τους. Ακόμα και μέσα στο ψυχιατρείο, ειδικά μέσα στο ψυχιατρείο. Και αποκαρδιώνονται που μαθαίνουν ότι έχουν δίκιο, αλλά ότι πρόκειται για μια αυτοκαταστροφική στρατηγική. Το ίδιο ήθελα και εγώ, το ίδιο δοκίμασα και εγώ. Και κατέληξα απομονωμένος και δεμένος σε ένα κρεβάτι με την ακτιβιστική μου ενασχόληση να καταγράφεται στον ιατρικό (;) φάκελό μου ως ιδέες μεγαλείου. “Θέλεις ακόμα να αυτοκτονήσεις;” με ρώτησε ο ψυχίατρος το επόμενο πρωί, έτοιμος μάλλον για εκείνη την πτήση στη Στοκχόλμη. “Όχι, με θεραπεύσατε!” Ένα αδιάφορο τσεκάρισμα σε μια λίστα συμπτωμάτων, ούτε καν για να το συζητήσουμε έστω και υπό το καθεστώς της βίας του εγκλεισμού. Δεν είναι το ψυχιατρείο τόπος για αλήθειες.

  Άλλο παράδειγμα. Για την άρνησή μου να πάρω φάρμακα όταν με τη θέλησή μου βρέθηκα σε ψυχιατρική κλινική αδυνατώντας να βρω άλλη άκρη τότε, ο διευθυντής εκεί με ενημέρωσε προκλητικά πως πρώτη φορά ακούει από μένα πως οι νοσηλευόμενοι έχουν δικαιώματα και ότι δεν μπορεί να μπαίνει στη διαδικασία να συζητάει μαζί μου για τα θεραπευτικά μέσα που θα μου ασκούσαν – αυτά που έκριναν σωστά, εγώ δεν είχα παρά να υπακούσω.

Το διαγνωστικό σύστημα είναι μια ακραία πηγή αλλοτρίωσης, που ό,τι πεις, στρέφεται εναντίον σου. Η διαγνωστική συνέντευξη είναι κατασκευασμένη να εντοπίζει ελλείμμματα και αδυναμίες – ελλείμματα και αδυναμίες για τα οποία δεν φταίει κανείς και συνεπώς δεν ελέγχει και κανείς και το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι να διορθωθούν με τα φάρμακα. Η ζωή αποκωδικοποίεται σε συμπτώματα και αχνοφαίνεται μέχρι που εξαφανίζεται. Αναπηροποίηση και καλή μας τύχη.

Για καλή μου τύχη όντως, γνώρισα το Παρατηρητήριο, ήρθα σε επαφή με ενδυναμωτικούς δρόμους συνάντησης με τον ψυχικό πόνο και δοκιμάσα επιτυχημένα να τους ακολουθήσω. Ευτυχώς, σπούδασα κοινωνιολογία και είχα την ευκαιρία να μελετήσω επισταμένα το πως η εξουσία επηρεάζει τη ζωή μας παραγωγικά με την υποταγή, την αυτοπειθάρχηση αλλά και με την αντίσταση και τη χειραφέτησή μας. Ευτυχώς, αναπλαισίωσα με τη βοήθεια της συστημικής θεραπείας τις κρίσεις μου από μπαμπούλα που ήταν σύμφωνα με την ψυχιατρική σε πολύτιμους συμμάχους, από βάσανα σε βάλσαμα. Ευτυχώς, ερωτεύτηκα το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων και θυμήθηκα πως είναι να έχεις μια θετική ταυτότητα. Ευτυχώς, ενδυναμώθηκα να αποκτήσω φωνή μέσα από το κίνημα των επιζώντων της ψυχιατρικής και αυτοπροσδιορίζομαι περήφανα και εγώ πλέον με τη σειρά μου ως επιζών. Ευτυχώς, έκλεισα τα αυτιά μου στις σειρήνες των ειδικών που υπαγορεύουν περιορισμένες ζωές στους ανθρώπους με ψυχιατρική εμπειρία και σήμερα μπορώ και εργάζομαι, μπορώ να ανήκω και μπορώ να έχω τη δική μου οικογένεια. Όχι χαριστικά ούτε εύκολα, αλλά με συνεχή προσπάθεια και νόημα. Αντί το καλύτερο που έχω να περιμένω να είναι μια ζωή με λιγότερες “υποτροπές”, μπορώ να διεκδικώ μια αξιοβίωτη ζωή όπως την ορίζω εγώ πια.

Αν βρίσκεστε σε ανάγκη, αν κάποιο αγαπημένο σας πρόσωπο ή κάποιο πρόσωπο που φροντίζετε, βρίσκεται σε ανάγκη σας προσκαλώ να συνυπογράψουμε, φαρδιά πλατιά, το μήνυμα του Πλαισίου:   Μπορείτε να είστε υπερήφανοι που επιβιώσατε κάτω από πόλύ δύσκολες συνθήκες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, χρησιμοποιώντας τους πόρους που είχατε τότε στη διάθεσή σας. Αυτές οι στρατηγικές μπορεί να μην είναι πλέον απαραίτητες ή χρήσιμες, και με τη σωστή υποστήριξη μπορείτε να μάθετε να τις αφήσετε πίσω σας.